Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2012

ΧρΙσΤοΥγΕνΝα πΑρΑ κΑτΙ



Μπερδεύω τις  μέρες, μπερδεύω τις ώρες. Αρχίζω και ξεχνάω γεγονότα και καταστάσεις που έζησα. Ονόματα και χαρακτηριστικά ανθρώπων. Η χωρητικότητα
της μνήμης μου όλο και μικραίνει. Θυμάμαι το πρωί της Δευτέρας  και το απόγευμα της Τρίτης σα να είναι μια μέρα μαζί. Το βράδυ της Τετάρτης ένα μεγάλο déjà vu με εκείνο της Παρασκευής και πάει λέγοντας. Πέφτω για ύπνο κάθε βράδυ ελπίζοντας ότι θα ξυπνήσω και όλα θα είναι καλύτερα. Ξυπνάω και όλα είναι ίδια και θέλω να σταματήσει αυτό και κανείς δεν κάνει τίποτα. Ούτε εγώ.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει. Κλειστός ουρανός. Υποψία βροχής. Χαμηλές θερμοκρασίες ως αρμόζει σε προχριστουγεννιάτικο απόγευμα. Από τα ηχεία του πικάπ μια μουσική μαϊμουδίζει συμπαθητικά προκλασικούς και νεότερους συνθέτες με βορειοδυτικό ταπεραμέντο. Είναι ένας δίσκος που ακούω αυτός πονηρά συναισθηματικός τον οποίο  κουβάλησα από το σαλόνι της τελευταίας μου σχέσης. Ένας γλυκόπικρος παρασιτικός φόβος με κατατρέχει. Αποξενώνομαι κι όλας από πολλά πράγματα που κάποτε ήταν συνήθειες. Μια υποψία κεφαλαλγίας νανουρίζεται με το νερό που βράζει στην κατσαρόλα. Η ησυχία του δωματίου είναι περίεργο άλλα προϊδεάζει τα Χριστούγεννα. Ειδικά τούτη την ώρα που αισθάνομαι άνετα στην καινούργια μου φόρμα, που το νέο μου σαμπουάν μυρίζει ανεπαίσθητα σαν μια παλιά εγγλέζικη κολόνια που είχε η μαμά μου, που ακόμη και τα ρινίσματα από το ξύσιμο των μολυβιών που γράφω στις σελίδες του ημερολογίου μου είναι φρέσκα στο τασάκι. Θυμάμαι όταν ήμουν πιο μικρή, και με λιγότερες αιχμές μέσα μου, λαχταρούσα αυτές τις προ των Χριστουγέννων μέρες. Για  όλη αυτή την περίοδο της αναμονής .Τότε που μπορούσα ακόμα να στήνω ψευδαισθήσεις, θερμοκρασίες και αστέρια κατά πως με βόλευε. Σε κάτι τέτοιες στιγμές ησυχίας και μοναξιάς, προ εορταστικές, είναι που σκέφτομαι να πάρω τα βουνά και να χαθώ μέσα στα χιόνια ή στο στόμα κάποιου φιλάνθρωπου λύκου, αλλά όλο διστάζω. Κι έτσι διαιωνίζονται οι κοσμικοί μου φόβοι. Και οι μέρες χρυσοφόρες μα καταθλιπτικές κάνουν τον βίο αβίωτο μαζί με την μελαγχολία των αλεξανδρινών (φυτών)  και ο καιρός όλο τρέχει με προορισμό τη Βηθλεέμ. Ήδη η Αθήνα φωταγωγήθηκε με λίγη γιορταστική αναίδεια για να γλυκάνει το φόβο και τη λύπη που σέρνεται στα επίφοβα πεζοδρόμια. Χρόνια τώρα τα ίδια. 
Εις το επανιδείν. Καλά μας Χριστούγεννα.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2012

SeMpEr IdEm






Κάτι Σαββατοκύριακα ψάχνουν κενό να πέσουν και χέρι να πιαστούν. 

Χωρίς  χειμώνα προχωρεί ο Δεκέμβρης σε μια απ' τις θλιβερότερες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Σε μια πόλη που ανέχεται, βιάζεται, εκβιάζεται, υποκύπτει και αδυνατεί . Η Αθήνα ζει τον αναδρομικό της Μεσαίωνα. Από την άλλη η μνήμη τα 'παιξε. Έτσι, ανέλαβαν πρωτοβουλία οι μηχανές, οι υπολογιστές, τα δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση κι άλλοι καλοθελητές διερμηνείς της υπερσύγχρονης διαλέκτου του τίποτα. Απ' τον καιρό που σταματήσαμε να θυμώνουμε σωστά, το χάσαμε το παιχνίδι.

Τα καλοκαιρινά ρούχα συρρικνώνονται μέσα στην ντουλάπα μου, τα χαλιά ακόμα να στρωθούν. Ένα μικρό αερόθερμο και καμιά δεκαριά ξύλα στο τζάκι προσπαθούν να ζεστάνουν τα σώματα μας. Καθόλου πετρέλαιο για φέτος. Τα καλοριφέρ θα κοιμηθούν τον ύπνο του δικαίου. Η νύχτα γίνεται όλο και πιο νύχτα.Τίποτα ακόμα που να με συγκινεί. Σαν υπνοβάτης διανύω τις μέρες και τις νύχτες μου. Οι δρόμοι που ακολουθώ είναι copy-paste με τους χθεσινούς τους προχθεσινούς τους περσινούς και βάλε. 
Στο βάθος του ορίζοντα όμως, κάποιες σπασμένες ιαχές ακούγονται, ένα θυμωμένο πορφυρό  ξοδεύεται στο μωβ της δύσης και τα πρώτα αστέρια λαμποκοπούν πάνω από τις  στραβό κουρεμένες αφέλειες μου. Οι χρόνοι αλλάζουν διάθεση, ο ενεστώτας μου εκστασιάζεται με τον αόριστο μέλλοντα.
Ξεκινάνε τα Νικολοβάρβαρα και όλες εκείνες οι γνωστές ονομαστικές γιορτές του Δεκεμβρίου. Μέσα σε αυτές και η δική μου. Χριστουγεννιάτικοι στολισμοί που σταμάτησα να μισώ πια, αυτοσχέδια πάρτι, κόσμος τριγύρω μου, ξέφρενοι χοροί, κομμένη ανάσα, στάμπες από κόκκινο κρασί. Τις καθημερινές δουλειά στον υπολογιστή μέχρι αργά για την διεκπεραίωση μια επικείμενης συνεργασίας, νέο project  με τίτλο "corona borealis". Ξενύχτια που αγγίζουν τις πρώτες πρωινές ώρες. Χαμογελάω για έναν λόγο που ξέχασα κιόλας. Σε λίγο ξημερώνει και στην δική σου εσχατιά.  Και να, που από το βροχερό μου τζάμι, ο Δεκέμβρης τρέχει  μαζί μου κι εγώ δεν θέλω να τρέχει. Θέλω να πηγαίνει αργά, ίσως γιατί αυτό το προ-χριστουγεννιάτικο διάστημα μας χαρίζει μια απαλή ψευδαίσθηση αναμονής για κάτι ακαθόριστο. Κάποιοι θα βρεθούν ύστερα από καιρό ξανά μαζί, κάποιοι θα κάνουν έρωτα, κάποιοι θα θριαμβεύσουν μες στη μοναξιά τους, κάποιοι θα θρηνήσουν τον χρόνο που πέρασε αφήνοντας στίγματα στο πρόσωπο τους, κι άλλοι θα αναμασούν τους εαυτούς τους μέχρι να τους ξεράσουν ηρωικά.
Δε βαριέσαι… Ζωή είναι, θα περάσει, όπως τόσα και τόσα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2012

άΔεΙαΣμΑ


Συμβαίνει κάποιες φορές. Την ώρα που απλώνεις τα ρούχα, περασμένες δώδεκα και ο ουρανός είναι καθαρός και φαίνεται η Αίγινα απέναντι. Κάποιες φορές όταν βουρτσίζεις τα δόντια σου πριν κοιμηθείς ή όταν μιλάς στο τηλέφωνο για πάνω από 5 λεπτά. Συμβαίνει να νοιώθεις άδειος, κενός, σα  μια κουφάλα. Σαν τούνελ νυχτερινό. Συμβαίνει κάποιες φορές, την ώρα που κάποιος σε πλησιάζει με πείσμα και επιμονή εσύ να κάνεις όσο πιο πίσω μπορείς μόνο και μόνο για να μην πληγωθείς ξανά.Συμβαίνει την ώρα που κάποιος διηγείται ένα σπουδαίο γεγονός της ζωής του ή  όταν  θυμάσαι ξαφνικά και βγάζεις το  κρέας από την κατάψυξη για αύριο. Συμβαίνει  να μην νοιώθεις τίποτα. Κενό. Σαν μηχάνημα προγραμματισμένο για τα επόμενα 10 λεπτά, μηχανικά να κινείσαι. Την ώρα που βλέπεις τις ειδήσεις των οχτώ, την ώρα που εκείνος δουλεύει στο σαλόνι με την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα ή  την ώρα που σχολάει το γυμνάσιο απέναντι. Συμβαίνει εκείνο το τίποτα. Εκείνο το άδειασμα. Συμβαίνει.
Και έπειτα πάλι επανέρχεσαι, σαν κάποιος να σου τράβηξε την προσοχή μετά από λήθαργο. Και μια λες, τι όμορφα που ζω και δοκιμάζω τόσα και τόσα, και από την άλλη βλέπεις  τα φουντωτά σύννεφα στον ουρανό και λες, να χα φτερά να έφευγα κατά κει γιατί εδώ δεν ζω. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Όλα βρίσκονται εκεί και τίποτα δεν είναι όπως πρώτα. 

Παρατεταμένες Κυριακές με σιωπή κι ο χρόνος ανελέητος πρασινίζει και λασπώνει τη γη, ρίχνει τα παστέλ ροζ στην τυπικά χειμωνιάτικη εξοχή, σου υπενθυμίζει πως έτσι θα γίνεται και μετά από σένα, θα φυσά ο άνεμος με κουρασμένο θυμό, θα σου στενεύει σιγά σιγά τις αναμνήσεις ξεθωριάζοντας τα πρόσωπα όσων αγάπησες, οι ασφόδελοι ένθεν και ένθεν του χωματόδρομου θα ξαφνιάζονται με τον θαυμασμό των ποιητών, τα ραδίκια θα βράζουν στο πικρό ζουμί τους. Η πρώτη μου μαστογραφία. Η τεράστια νύχτα της καθημερινής επιστροφής. Οι νέες γνωριμίες σαν ζεστό κασκόλ. Οι χιλιάδες αλλαγές διαδρομών και ερώτων και τα μισά μισά από την δουλειά στο σπίτι και το ανάποδο.
Οι μέρες είναι πονηρές, και ύποπτες. Στην χώρα εξουσιαστές, αντιεξουσιαστές, γεμίζουν την ιδιότυπα αφόρητη ενημέρωσή μας και η μοναξιά κατοχυρώνεται ηχηρά πλέον. Μπορεί να βγει κάποιος από όλους αυτούς να μου εξηγήσει από πού ακριβώς θα αρμέξουμε ελπίδα; Όλοι είναι δικαιολογημένα εξοργισμένοι και επιθετικοί. Όλοι θέλουν να πυροβολήσουν τουλάχιστον εκατό άτομα. Όλοι λατρεύουν την αυτοδικία όπως έκανε παλιά ο Τσαρλς Μπρόνσον στις ταινίες εκδίκησης άνευ πολλών διαδικασιών. Συμβαίνει μετά από ένα μεγάλο και αδηφάγο κενό χωρίς διαλλείματα. Να θες να ακυρώσεις τα πάντα σα να μην τα έζησες ποτέ. Και μετά ξανά από την αρχή με εκείνη την μεγάλη ανηφόρα στην πλάτη.
Μάλλον πάμε για Δεκέμβρη. Το ηθικό αγωνίζεται φιλότιμα να κρατηθεί σε αξιοπρεπές τουλάχιστον ύψος αν και τίποτα δεν συνηγορεί σ' αυτό.

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2012

NoVeMbEr fOoTaGe



Οι λωτοί ωριμάζουν στα δέντρα σαν κίτρινα κινέζικα φαναράκια, τα χρυσάνθεμα, όσο μπορούν, σκορπίζουν την πικρή φρεσκάδα τους, η νύχτα ωρίμασε κι αυτή. Νοέμβρης και υποτίθεται πως η ψύχρα βάζει το μυαλό κάπως στη θέση του. Ο χρόνος τρέχει και είναι πάντοτε ίδιος. Ακόμη. 

Ψέματα. Τίποτα από τα παραπάνω δεν ισχύει.

Οι μέρες ακόμα ζεστές σαν από ξεκίνημα Ιούνη, τεμαχίζουν τον φόβο του χειμώνα με θέρμη. Κάνουν εγκαύματα στο αύριο και αναπαράγουν το χτες σα να ήταν σήμερα. Αυτή η παρατεταμένη καλοκαιρία είναι οι προσευχές των ανθρώπων για να βγουν πιο δυνατοί από αυτό που έρχεται καταπάνω μας. Τα φύλλα καταπράσινα παραμένουν επάνω στα δέντρα. Ο ουρανός καταγάλανος με λίγες τεντωμένες, σαν εσάρπα νεφέλες, κάποια απομεσήμερα. Τα καλοκαιρινά ρούχα ακόμα στο σώμα, το μαύρισμα απροκάλυπτα εκεί να θυμίζει την θάλασσα που δεν σταμάτησε ποτέ να είναι θάλασσα καλοκαιριού και να στραφταλίζει. Οι παραλίες με κόσμο. Έχω ξεχάσει πως πρέπει να είναι ο Νοέμβρης. Έχω ξεχάσει πως ήμουν και γω κάποτε παγιδευμένη με όλα αυτά τα μάλλινα σε εκείνη την συμβατική ζωή που είχα, γεμάτη άπειρο ξενέρωμα και συμβιβασμούς. Πόσα έτη φωτός μακριά από αυτά ταξίδεψα. Πόσο διαφορετική είμαι. Ανατρέχω σε παλιές φωτογραφίες να δω τι ρούχα φόραγα όλους εκείνους τους περασμένους Νοέμβρηδες και πως ήταν ο κόσμος στο background.Μόνο τα μήλα και τα κάστανα άλλαξαν κάπως το σκηνικό και οι μέρες που κόντυναν λες και ήταν μακρύ παντελόνι που το πατάς. Και τα τζιτζίκια …και αυτά σώπασαν, έχω καιρό να τα ακούσω.
Παρ' όλα αυτά, η ζωή συνεχίζεται και μάλιστα κάποιες φορές ενθουσιωδώς. Γεμίζω βαλίτσα και πάω βορρά όπως κάθε Νοέμβρη με χειμώνα ή χωρίς. Ευτυχώς το φεστιβάλ, κρίση-ξεκρίση, είναι ανοιχτό, με αύξοντα αριθμό «53».Πάω με μια μεγάλη εσωστρέφεια και ένα γκρι παλτό ψαροκόκαλο για παν ενδεχόμενο. Λέω να ξημερωθώ  όπως κάθε χρόνο σε αίθουσες κατασκότεινες, σαν τους καιρούς που ζούμε, και να επιδοθώ σε ατέρμονες συζητήσεις με μεγάλους πρωταγωνιστές. Θα πιω άφθονο κόκκινο κρασί, θα φάω χοιρινό με σέλινο και θα παρκάρω το βλέμμα μου στον Θερμαϊκό κάτω από τα στιβαρά πόδια του Ολύμπου. Για άλλη μια χρονιά. Με χειμώνα η χωρίς. Χωρίς πολλά κενά για συναντήσεις. Μόνο για πρωταγωνιστές. 

Κάπως έτσι θα γίνουν όλα. Τόσο απλά, τόσο αφελώς σοβαρά και ουσιώδη.

Τρίτη, Οκτωβρίου 16, 2012

ΑμΦιτΟπίΑ


Έχω ασκηθεί στην αμφιτοπία. Μπορεί να είμαι σε 3 μέρη ταυτόχρονα. Στο ένα είμαι κάπου στον μακρινό Καναδά αναπνέοντας παγωμένα τοπία, σταυροπόδι, μιλώντας με την Νικαέλα και κάνοντας πίτα με σπαράγγια και προσούτο. Στο άλλο ταξιδεύω μαζί με ένα χάος συμπαγές στους ώμους σε όλη την γη μπαινοβγαίνοντας ασταμάτητα σε ναούς, σπίτια, μαγαζιά και λεωφορεία και στο τρίτο κολλάω την πλάτη μου στην δική σου κάθε βράδυ. Δεν βαριέμαι ποτέ. Μόνο που κάποιες φορές μελαγχολώ καθώς  παρατηρώ το φως που όλο συντομεύει και με αφήνει μόνη σε ένα δωμάτιο τυλιγμένη με μια κουβέρτα και ένα σκισμένο βιβλίο, καρφιτσωμένη σε μια νύχτα ατελείωτη.
Προσπαθώ μέσα από αυτή τη νύχτα και μετράω την ζωή με ότι έχω ή ακόμη και με αυτά που δεν έχω, όπως για παράδειγμα πόλεμο, ασθένειες, το κλάμα των παιδιών που κάτι τους λείπει, την ανεργία, την έλλειψη τροφής και αγάπης. Βλέπω ότι έχω ακόμα πολλά σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές και πιθανώς τις επικείμενες. Και νιώθω πως είμαι τυχερή και κακομαθημένη μπροστά τους. Και  κάπως έτσι το απολαμβάνω. Κρατώ το καλύτερο που μου δίνεται από όλο αυτό .Σε λίγα χρόνια ξέρω πως αυτά θα είναι τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Για αυτό σκοπεύω να τα ζήσω όσο κρατήσουν με τον έναν η με τον άλλο τρόπο. Και χαμογελάω που μπορώ ακόμα  να πίνω κρασί με ότι καλύτερο μου έχει απομείνει τριγύρω, από ανθρώπους και καταστάσεις που εγώ δημιουργώ. Και χαίρομαι  ακόμα πιο πολύ που αν και εντός μου νιώθω ενεργά απαισιόδοξη τίποτα δεν με έσπρωξε να αγοράσω ένα όπλο. Η ζωή είναι καλή. Και μου βγάζει κάτι θετικό, έστω και αμήχανα. Και αυτή η εποχή παρ όλο που με έχει γρατζουνήσει- και αργότερα ίσως με ματώσει παραπάνω από όσο θα αποφεύγω- δεν παύει να μου είναι συμπαθής. Όπως ήταν συμπαθής, και τότε εκεί πίσω στην παλιά μου ζωή, η εποχή που πιστεύαμε τα λόγια του ραδιοφώνου, της εφημερίδας, του παπά και του διάκου, έχοντας μόνο την ψυχή μας βασικό περιουσιακό στοιχείο. Οι εχθροί είχαν ταπεινωθεί, δικαστεί και αποκατασταθεί με προϋποθέσεις. Οι ψείρες είχαν εξαφανιστεί. Η εθνική περηφάνια μασούσε δάφνες και κλάδους ελαίας μαζί με τις ελιές. Τι άλλο θέλαμε; Τώρα απλώς έμεινε η αίσθηση και η νοσταλγία του ρετρό και ήδη αποδείχτηκε ότι έζησαν αυτοί καλά και θα ζήσουν ακόμη καλύτερα.  Οι πρόγονοί μας εξάντλησαν όλες τους τις δυνάμεις για να τιμωρηθούν όσοι επιβουλεύονταν τον «γραφικό μινιμαλισμό μας», που βεβαίως τότε είχε άλλη αξία. Και γω θέλω να ζήσω ακόμα καλύτερα και από αυτούς και έτσι έχω αποφασίσει να κάνω.

 Κυριακή βράδυ. Από τη μια ο μηντιακός ωκεανός του ανούσιου από την άλλη τα χαμηλά σύννεφα που μυρίζουν αποθηκευμένη υγρασία. Λίγες αγχωμένες αστραπές στο βάθος. Κάποιος ρίχνει φωτοβολίδες στα ουράνια για να κάψει τον θρόνο του Δημιουργού, σου λέω τελειώνοντας το ποτό μου στην Φθινοπωρινή Πανόρμου. Σκάμε στα γέλια καθώς ένας ηλεκτρισμένος νοτιάς σκορπάει τα φύλλα των δέντρων στα μαλλιά μας και στους βρεγμένους δρόμους. Ο άνθρωπος ποτέ δεν απομακρύνθηκε από την επιθυμία του ουρανού, αλλά επειδή λόγω της βαρύτητας αναγκάζεται να πατάει πάνω στη γη, το κάλεσμα αυτό παραμένει μετέωρο. Η νύχτα χαμηλώνει κι άλλο στα πόδια μας Εξαφανίζομαι στα έγκατα του μετρό.

Πρέπει κανείς να μετατοπίσει τον εαυτό του για να δημιουργήσει μια κίνηση η μια επερχόμενη αλλαγή. Να το θυμάστε αυτό. 

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2012

67 αΥΓοΥσΤου



Οκτώβρης λένε τα ημερολόγια. Σήμερα 67 Αυγούστου λέω εγώ. Ένα καλοκαίρι ζαλισμένο που έχασε το δρόμο και παρέμεινε. Ένα ισχνό φθινόπωρο που βγήκε από τον κόπο να εμφανιστεί. Κάπου πιο κάτω μυρίζει βροχή και νοτισμένο χώμα και καθώς οδηγώ για την δουλειά νιώθω να μπαίνω σε μια λούπα  δροσιάς. Το σκηνικό αλλάζει κάθε μέρα. Γίνεται  όλο και πιο αφαιρετικό. Καθώς και η αγάπη. Τα νούμερα δεν βγαίνουν σε καμιά καθημερινότητα. Όλοι ζητάνε και από κάτι. Χαμογελάς γιατί σκέφτεσαι πως είσαι από χρυσό. Οι νύχτες μεγαλώνουν επιθετικά  και τα πρωινά το φως τυφλώνει με μια εκδίκηση  για ζωή. Ακόμα καλοκαίρι, ακόμα θάλασσα, ακόμα  έξω. Ακόμα αιθεροβάμονες με άγρια ξανθά μαλλιά.
Στο δικό μου σκηνικό  νέα πρόσωπα κάνουν βραδινές εμφανίσεις. Ανοίγουν την πόρτα του γραφείου μου και χαιρετούν χαμηλόφωνα. Το φεγγάρι μια μικραίνει μια μεγαλώνει πάνω από μια μεγάλη ελιά και πλημμυρίζω μέσα μου από κάτι που ξέχασα την λέξη για να σας το πω. Ο Οκτώβρης  συνεχίζει να καλοκαιριάζει  στα μπράτσα μου φορώντας μια μπλε σειρήνα στα μαλλιά και  κυνηγώντας τα υγιή κομμάτια που ξέφυγαν από τον άρρωστο τούτο κόσμο. Κρύβομαι πίσω από δέντρα και κλειστές πόρτες. Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα; Εδώ ανοίγουν τα υπόγεια της δεκαετίας του '50, μουχλιασμένα δίχως παράθυρα. Προσεχώς άβυσσος . Ανθίζουν  ήδη νέες μορφές βαρβαρότητας με την διάδοση των όπλων μαζικής καταστροφής. Τα κόμματα σαν καλοντυμένοι τσιρκολάνοι κάνουν ανάποδα ψαλιδάκια στον αέρα. Τα έδρανα δεν ήταν ποτέ άλλοτε όπως τώρα, σαν σκηνικά ταινίας τρόμου. Τρίζει κάτι εκεί έξω. Ακούω τον θόρυβο αυτόν όλο και πιο συχνά. Τον ακολουθώ λες και είναι δικό μου ίχνος.
Δεν είμαι τίποτα. Ούτε μια ξοφλημένη ιδιοφυία. Αλλιώς δεν θα είχα αυτή την λάθος νότα να με συντονίζει. Ακουμπάω ξανά την πλάτη μου πίσω στην καρέκλα. Πάντα η θέση μου σε εκείνη την μαβιά καρέκλα. Προκαλώ τον ίλιγγο της ιστορίας να με μυριστεί. 
Όχι δεν αξίζω και τόσα. Μια χορταριασμένη φάλτσα μελωδία ακολουθεί τα βήματα μου και γω με ένα βλέμμα κενό και απογευματινό αφήνω τις ρωγμές μου να φανούν. Από το ψηλό παράθυρο κάποιος με κοιτάει. Ονειρεύομαι πως κοιτάει την θάλασσα και του χαμογελώ.
Κατηφορίζω ανάμεσα στις διακεκομμένες  λωρίδες του μέλλοντος με μια μεγάλη καλοσύνη στα μάτια. Μια διαυγής διάγνωση  με τσιμπάει στην καρδιά. Συνηθίσαμε να βλέπουμε τη φθορά μόνο στις μηχανές, αλλά η πραγματική καταστροφή συντελείται μέσα μας .Όλα τα πρόσωπα  δίπλα μου και παραπέρα βίαια, βρώμικα και εχθρικά. Εγώ πάλι είμαι υπέρ του καθαρού προσώπου. Τίποτα να μην γράφει , να μπορείς να γίνεσαι ένα με το τοπίο. Χαμαιλέοντας. Ένα με το τοπίο να μην μπορούν να σε κατατάξουν πουθενά.

Μια μικρή πίκρα αναβράζει σαν ξεχασμένο depon. Ο κόσμος δεν έγινε τώρα κακός.... πάντα ήταν.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 08, 2012

ΕσΩτΕρΙκΗ ρΟΖΑλΓιΑ σΤο BlAcK dUcK


Άννα Δημητρίου 
«Εσωτερική ροζαλγία»

Η εσωτερική ροζαλγία είναι ένας τόπος αδιόρατος .Ένας τόπος που κατοικήσαμε όλοι, αφήνοντας πάνω του τα δέρματα της σουρεαλιστικής παιδικότητας και της αθωότητας μας. Είναι ένα μεταφυσικό περιβάλλον που φιλοξενεί μερικά θραύσματα επιλεκτικής μνήμης. Μιας μνήμης σταθερής, που αδυνατεί  πια να επαναφέρει το τότε σε πραγματικό χρόνο . Η εσωτερική ροζαλγία ματώνει αρκετά συχνά μέσα μας, όπως μια μύτη ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου, και το άλγος που προκύπτει είναι σαν το άλγος μιας μεγάλης  απώλειας. Μιας απώλειας ηθικής, και συλλογικής. Μιας απώλειας κοσμικής και κατασκευαστικής. Γιατί τελικά αυτό που  χάσαμε είναι ένα μεγάλο μέρος  ενός  κόσμου που μας ενηλικίωσε  και που δεν μπορούμε να συντηρήσουμε πια. Μεγάλες οικονομικοκοινωνικές πιέσεις  κατεδάφισαν μια οπτική ασφαλούς ανάπλασης γεγονότων  για να ανθίσει κάτι άλλο, έξω από αυτό που μας όρισε. Κάτι άλλο που διαρκώς μας αποξενώνει, γιατί ο δικός μας τόπος  είναι η ροζαλγία που δεν θα έχουμε πίσω ποτέ ξανά.



Εγκαίνια έκθεσης: Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012, ώρα 9 μ.μ.
Διάρκεια έκθεσης:
17 - 28 Σεπτεμβρίου 2012
Καθημερινές και Σάββατα: 13.00 – 22.00
Κυριακή: 19.00 – 22.00


Black Duck MultiplarteΝτόρα Ρίζου
Cafe-Bar-Restaurant-Gallery
Χρήστου Λαδά 9α
210 3234760
www.blackduck.gr / info@blackduck.gr



Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2012

SePtEmBeR FoOtAge


Άφησα έναν ολόκληρο Αύγουστο πίσω μου σακάτη και μισότρελο. Σκέφτηκα να σηκώσω τείχη αληθινά για να μην ξαναμπούν ποτέ μέσα αυτοί που έφυγαν. Αλλά τελευταία στιγμή έπεσα σε έναν μεγάλο ύπνο που με πέταξε στις εσχατιές του μήνα. Είδα μεγάλη ερημιά και μια σιωπή αβάσταχτη, σχεδόν μαρτυρική κάτω από τα πεζοδρόμια και δίπλα στα χαλασμένα σιντριβάνια. Σώματα λησμονημένα στους δρόμους, σχεδόν νεκρά σε στάση εμβρύου να παρακαλούν το θάνατο να τους δώσει ένα ευρώ. Με δύο πανσελήνους φτηνούς σε όλα τα μεγέθη, η μικρή σιχαμερή μας πόλη τίμησε και φέτος το φως, γιατί με λέξεις δεν εξωραΐζεται η θλιβερή πραγματικότητα πια. Και όταν το νοιώσουμε όλοι αυτό, σας ορκίζομαι ότι θα γεννηθούν στίλβοντα μαχαίρια στα χέρια του κόσμου και ξαφνικά η θρηνωδία θα μεταβληθεί  σε απαίτηση για ανατροπή.
Φθινοπωρινό κεφάλαιο. Κάνω προσθαφαιρέσεις και υπολογισμούς για τον χειμώνα. Χτυπάω τις γροθιές μου στους τοίχους με δύναμη και προπονούμαι για να γίνω πιο γενναία, πιο δυνατή. Καταμετρώ τα σημάδια στο σώμα. Τα πιο πολλά από αιμοβόρα κουνούπια, άλλα από χτυπήματα σε πόρτες αυτοκίνητου ή γωνίες τραπεζιών, 2 καψίματα από γκαζάκι στον καρπό, και πολλές μελανιές σκόρπιες, που τις νύχτες στα λευκά σεντόνια μοιάζουν  με περίεργους αστερισμούς. Στο μυαλό μου έρχονται με γρήγορο μοντάζ οι στίχοι του Οκτάβιο Πας: «Άδειοι δρόμοι, φώτα θαμπά. Σε μια γωνιά το φάντασμα ενός σκύλου ψάχνει μες στα σκουπίδια το φάντασμα ενός κόκκαλου». Όλα δείχνουν έναν ψευδεπίγραφο ευρωπαϊκό -δήθεν έως πολύ δήθεν- μονόδρομο κι από κει και πέρα ας μας αναλάβει ο ωροσκόπος μας. Μήπως η ευτυχία βρίσκεται σε δέκα χιλιάδες σταγόνες βροχής που θα σκοτώσουν ευπρεπώς το καλοκαίρι;
Στα  πιο βαθιά όνειρά μου βλέπω  πως τραγουδώ  ένα άγνωστο παιδικό τραγούδι στο αυτοκίνητο μου,  ένα τελειωμένο δείπνο δίπλα σε έναν μεγάλο ροζ ποταμό,  μια αυλή ξενοδοχείου γεμάτη  βιβλία για ανάγνωση, ένα  πολύβουο πικ νικ πάνω σε κόκκινα φύλλα, το παλιό αυτοκίνητο του πατέρα μου, βεράντες στον τελευταίο όροφο, αρμαθιές με φώτα ,βιβλία τέχνης, γκαλερί, καλές συνομιλίες. Κι όταν ανοίγω τα μάτια μου, εν μέσω υγρασίας, θυμωμένου ουρανού και αδιαφορίας για τον πολτό πληροφοριών έρχεται μια είδηση, ένα γεγονός που, αν μη τι άλλο, σε αλλάζει. Αυτό είναι το γεγονός που περιμένω να συμβεί και πάντα συμβαίνει. Κατά τα άλλα οι μέρες κυλάνε σε slow motion ακόμα, με μεγάλες ζέστες,  αλλαγές σε χιλιάδες πράγματα, ξεβόλεμα και μια νέα έκθεση στα μέσα του μηνός. 
Βαριέμαι να βγάλω την τετραγωνική ρίζα της ηλικίας μου κι έτσι αισίως ενηλικιώθηκα για πολλοστή φορά σήμερα. Καλό μας φθινόπωρο και «Καλημέρα θλίψη», όπως θα έλεγε και η αλησμόνητη Φρανσουάζ Σαγκάν στους καιρούς της. 

 Ότι κουβαλάς αυτό ξοδεύεις.

Παρασκευή, Αυγούστου 10, 2012

EκΑτο ΧρΌνΙα ΜοΝαΞιΑς


Γύρισα πίσω μετά από ένα μήνα, σχεδόν, και μη ξέροντας που βρίσκομαι. Μακρόσυρτες διακοπές, τολμηρές, γεμάτες μονοπάτια, γκρεμούς, σμαραγδένια νερά και άπλετο φως. Φως στα μαλλιά και στα δόντια. Φως στα σκοτεινά εσώρουχα και στα δερμάτινα σανδάλια. Φως  στο κέντρο των ματιών και  στη γραμμή της ζωής. Έζησα μέσα σε πέτρινα σπίτια με δύο κρεβάτια κι ένα τραπέζι μοναστηριακό. Ξενύχτισα σε αυλές καταπράσινες σπαρμένες με σπόρους αστεριών. Δεν ξέρω ποιος θεός ζει στις ρίζες των φυτών αυτών και προκόβουν. Μεγάλωσα 25 μέρες μέσα στο αλάτι των θαλασσών, στα λιπόθυμα λιοπύρια και τα ευωδιαστά βράδια. Και ήσυχα κυλούσαν οι ποταμοί της οικουμένης. Κι η ομορφιά αυθύπαρκτη  με συναντούσε πάντα εξαντλημένη  μέσα σε απογεύματα, στης θάλασσας το ρίγος, και στις  καλοσύνες των ανθρώπων. Κι έτσι αέρινη και εξαντλημένη από τα κύματα και τα σούρτα φέρτα των καραβιών επέστρεψα στα εκατό χρόνια μοναξιάς. Επέστρεψα κάπου που δεν θυμόμουν πως υπήρξα ποτέ. Ο κόσμος που ήξερα, πάει καιρός που κατεδαφίστηκε. Δεν υπάρχει τίποτα. Όλα είναι μόνο αχνή ανάμνηση. Η Αθήνα  ζέχνει παραδομένη στη φριχτότερη αθλιότητά της. Εκατό χρόνια μοναξιάς, με έρημα κέντρα, μισοπεθαμένους χρήστες και χαμένους από χέρι άστεγους, προχωρημένης ηλικίας. Ευτυχώς η ζωή, ό,τι κι αν λένε οι γιαλαντζί επιστήμονες, συντομεύθηκε κατά πολύ. Μέσα μου καταδίκασα εδώ και καιρό την ιδέα του να αλλάξει ποτέ κάτι σε αυτόν τον τόπο. Καταδίκασα την ιδέα του να γίνω σε όλους συμπαθής και κατανοητή και την ιδέα του να προσαρμοστώ σε κάτι που από καιρό με έφτυσε στα μούτρα. Για όσο αντέχω θα  είμαι ο εαυτός μου, και ας μην είναι ποτέ αρκετό αυτό. Στις ειδήσεις ακούω κάτι για φωτιές που μαίνονται για τρίτη μέρα και 27.000 στρέμματα καμένης γης, εφεδρείες που θα εφαρμοστούν την λέξη Τρόικα πολλές φορές και κάτι για χρυσά μετάλλια εν όψη των ολυμπιακών αγώνων. Μελαγχολώ. Φυσάει λίγο την ώρα που γράφω, το φεγγάρι  ολοένα και μικραίνει. Η πόλη καίει, βγάζει μια χαμηλή φωτιά. Τα τσιμέντα σαν ζεματιστά βότσαλα με αποστομώνουν. Στα γνώριμα πια και οι δουλείες με καρτερούν, οι πληρωμές το ίδιο και αρχίζω πάλι εκείνο το τρέξιμο που κάνει κάποιος μόνο όταν ζει σε πόλεις.
Μπροστά μας ακόμα ο Αύγουστος, η χάλκινη πλάτη του θέρους, τα παράξενα μελτέμια και οι «μαύρες συμπληγάδες» του Σεπτεμβρίου. Όσο για τα θαύματα του Δεκαπενταύγουστου , υπάρχουν, και, ναι, είμαστε εμείς. Που ακόμη στεκόμαστε όρθιοι. 

Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2012

bLeU dE cObALt


Ο Ιούλιος με το χνούδι στις σάρκες των φρούτων είναι εδώ. Θέλω να ζήσω μέσα του σαν να μην έχω κατοικήσει ποτέ ξανά Ιούλιο. Θέλω να ξαναγνωρίσω τον περίβολο του σπιτιού του, τους γαλάζιους τοίχους του και τις υπέρλαμπρες νύχτες του, χίλιες  και μία. Θέλω να τον ξαναβρώ στα κοφτερά βράχια να στέκει με αλμύρα και ιώδιο  μοιράζοντας καυτά μεσημέρια, μελτέμια και γιορτές .Στους δρόμους φουστάνια που θροΐζουν. Μελτέμια σου ζαλίζουν τα αυτιά. Ξυπνώ και κοιμάμαι με μια διάθεση ράθυμη. Θέλω να κυλάνε τα πράγματα φιλήδονα και βελούδινα. Να κυλάνε έτσι μαζί σου.


Έξω εικόνες ερημίας. Το κέντρο τις καθημερινές ψυχορραγεί. Κυκλοφορούν μόνο κάτι τύποι αγριεμένοι και εντελώς brutal που νομίζουν πως πρέπει  να τους κοιτάξεις και να τους λάβεις σοβαρά υπόψη. Κι αν εγώ δεν θέλω; Αν δεν γουστάρω επειδή μυρίζεις ιδρώτα φερ’ειπείν; Πλήττω θανάσιμα και δεν παν να μου λεν για μεγάλες τέχνες και πρωτοποριακές γραφές. Θέλω μια μεγάλη υπέρλαμπρη αλήθεια να κρυφτώ. Μιαν αλήθεια που δεν θα υπερτονίζει την ασπρίλα του δέρματος, τα χωστά μάγουλα και τους μαύρους κύκλους. Θέλω μια δαγκωνιά στο μπράτσο, ρολογάκι, όπως αυτή που κάναμε παιδιά. Βαριέμαι τις γκρίνιες όλων τριγύρω. Προτιμώ να ματώνω στα βράχια και να κολυμπώ στα αφρισμένα νερά που μυρίζουν σαρδέλα και ταραμοσαλάτα.  Κι έπειτα το βλέμμα μου κυλάει σαν νερό μέσα από τις πλάκες των πεζοδρομίων και με την βοήθεια του λευκού κρασιού φτάνει στο χωριό του πατέρα μου. Κρυμμένο ανάμεσα στις φραγκοσυκιές και στις ελιές. Καλοκαίρια με φως, νυχτερινές βόλτες, το αλάτι της θάλασσας, χιλιάδες κρέμες για το σώμα και τα μαλλιά, οικογενειακά τραπέζια, τα όμορφα Αρχοντικά απάνω στην θάλασσα. Βρεγμένα μαλλιά που κολλάνε στην πλάτη, εγκαύματα, γεύση αλμύρας, ξερά χόρτα. Μακρινό κολύμπι  και μεσημέρια με ψωμί, τυρί, ντομάτα και ένα ποτήρι κρασί. Καλοκαίρια με καυτή άσφαλτο και κρυμμένα μονοπάτια. Με ιερές πανηγύρεις και μεσημεριανό ύπνο. Επανέρχομαι στο εδώ μετά από πολλά σκουντήματα, άμμος ακόμα στα γόνατα.
Έβαψα τις δυο κρεβατοκάμαρες με χρώματα καλοκαιρινά. Bleu de cobalt  και φιστικί ανοιχτό. Το σπίτι ανάστατο. Μετακινηθήκαν όλα .Ξηλώθηκαν  πολλά και άλλα τόσα πετάχτηκαν. Ανακαίνιση και νέα διακόσμηση στους τοίχους. Έτσι για να σκορπά το μυαλό. Ανοιγόκλεινα  λοιπόν τόσα συρτάρια προχθές μ' αυτή τη ζέστη και τις μυρωδιές της μπογιάς στους τοίχους, σκάλιζα φακέλους, απορούσα πού στην ευχή μαζεύτηκαν τόσα πράγματα... τόσος χρόνος... τόσο παρελθόν. Με συνείδηση κυρίως του ενεστώτα χρόνου, πήρα να φυλλομετρώ, να απορρίπτω, να μυρίζω τα πολυκαιρισμένα γράμματα, να θαυμάζω τη φθορά πάνω στα φρέσκα πρόσωπα των φωτογραφιών. Έπειτα ξάπλωσα διαγώνια στον λευκό καναπέ του μικρού δωματίου και είδα ξανά (έπαψα να μετρώ τις φορές) τον τρελό Πιερό. Η Άννα Καρίνα ακόμα εκεί να τσαλαβουτάει τα πόδια της στα νερά της μεσογείου ακολουθώντας την άσχημη συνήθεια του έρωτα και ο Βelmondo να την κρατάει αγκαλιά στην άμμο λέγοντας της  για τον τελευταίο άνθρωπο που κατοικεί στη σελήνη. Αναζητάμε τις ιδιαιτερότητες για να μην νιώθουμε μόνοι. Αλλά αυτό που μας ελκύει περισσότερο είναι ο εαυτός μας.
Όλοι ήμασταν ωραίοι κάποτε.

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2012

ΚάΠως έΤσΙ...

Ιούνιος. Ακούγεται σαν όνομα εξωγήινης τοποθεσίας.
 Ελλάδα. Ακούγεται σαν  τίτλος γνωστού σουξέ. Στην κουζίνα χάλασε το φως και η πρίζα της τοστιέρας ξεχαρβαλώθηκε. Είναι άθλιο το θέαμα. Περιμένω ψυκτικό για το ψυγείο και όποτε θυμηθώ να πάω να πάρω μια καινούργια τρέσα για την κουρτίνα. Έτσι που γέρνει τώρα δίνει στο δωμάτιο μια όψη εξαθλίωσης. Να βάψω τα κάγκελα του μπαλκονιού. Η σκουριά κοντεύει να πάρει σάρκα και οστά έτσι γρήγορα που μεγαλώνει. Στο μεταξύ πρέπει να πληρωθεί και η Δ.Ε.Η. Νοσταλγώ τις μέρες που όλα ήταν στρογγυλά χωρίς αιχμές. Όλα στην εντέλεια, καλογυαλισμένα και απομακρυσμένα από κάθε είδους φθορά. Όμως ξέρω καλά πως το επάγγελμα «νοσταλγός» δεν πρόκειται να αποκτήσει μέλλον, Γεμίζουν οι πλατείες, αδειάζει ο κόσμος κι ακόμη τα κουνούπια διψούν με τον παλιό τρόπο. Ψυγείο λοιπόν, τρέσα για κουρτίνα, κάγκελα και λογαριασμοί. Απόλυτη προσήλωση στο καλοκαίρι που σε λίγο θα  γιορτάζει τον Ιούλιό του κι έχει ο Θεός.


Στην τηλεόραση η φάτσα του αποστεωμένου Σαμαρά θυμίζει καταραμένο ήρωα από ιστορίες του Edgar Allan Poe, με κουστούμι εποχής. Εάν οι υπουργοί και οι βουλευτές θέλουν γιαούρτωμα, το εκλογικό σώμα θέλει σκατά στη μούρη. Αυτοί φταίνε, που τους ψηφίζουν... Εντάξει, μπορεί να κάνεις λάθος μια φορά. Εδώ μιλάμε για χρόνια. Αυτή η χώρα δεν έπρεπε να έχει αυτούς τους κατοίκους. Δεν τους αξίζει. Από τα έντεκα εκατομμύρια, αυτοί που σκέφτονται είναι περίπου τριακόσιες χιλιάδες. Όλοι οι άλλοι είναι για τα μπάζα.Είναι η φυλή τέτοια.

 Όσο μεγαλώνω, τρελαίνομαι και περισσότερο. Γιατί δεν θέλω τίποτα και όσο δεν θέλω τίποτα τόσο περισσότερο αγριεύω. Έτσι αλλάζουν τα πράγματα. Από αυτούς που δεν περιμένουν τίποτα. Γιατί αισθάνονται ελεύθεροι και δίκαιοι. Κάπως έτσι παρελαύνουμε στις τελευταίες μέρες του Ιουνίου. Αποσπασματικοί και ότι να ναι. Άλλο ένα καλοκαίρι στο σώμα της πικροδάφνης και του μελισσόχορτου. Ερήμην της κρίσης φουντώνουν οι βασιλικοί και τα νυχτολούλουδα. Πάνω από την ντοματοσαλάτα τα βράδια πετούν τα αεροπλάνα με τους ωφέλιμους τουρίστες. Κάπου εκεί μέσα σε αυτά είσαι και συ με χρωμοσώματα Πορτογαλίας , γεμάτος βραβεία και μια βραχνή φωνή. Έρχεσαι φουσκώνοντας την αγωνία μου. Σε περιμένω χωρίς να σε έχω δει και αυτό είναι κάτι.


Επιθετικό φως. Μέσα μου εκρήξεις αισιοδοξίας και έπειτα κάποια πρωινά στην  δουλειά προκύπτει ξαφνικά μια στενοχώρια, μια σαστιμάρα και σιχαμάρα για όλους και για όλα. Μεγαλώνω και μένω ακόμα παιδί. Σε αυτή την πατρίδα που δεν αναγνωρίζω πια, σε αυτή την ζέστη που με λιώνει απειλητικά, με αυτή την υπομονή που όλο λιγοστεύει. Αναπνέω  φως και τεντώνω τις άκρες μου να σκαρφαλώσει κι άλλο πιο πάνω το καλοκαίρι που δεν θα απαρνηθώ ποτέ. Ωστόσο οι σπείρες των εγκληματιών, καταστρώνουν σχέδια δράσης. Οι δημόσιοι υπάλληλοι μελετούν τα ζώδιά τους κι αναρωτιούνται αν θα τους πέσει ο Κρόνος στο κεφάλι και το ασύρματο τηλέφωνο τώρα τελευταία ξεφορτίζει συνεχώς. Πρέπει να το αλλάξω και αυτό.


Κάπως έτσι... 

Τρίτη, Ιουνίου 12, 2012

WaLk SlOw


Δεν υπάρχει χρόνος ούτε και αλήθεια. Σε λίγο ίσως να μην υπάρχει ούτε κράτος. Ούτε εμείς. Ο ήλιος άρχισε και πάλι να ζει ανάμεσά μας. Ξανθαίνει τα μαλλιά μου κάθε πρωί, ματώνει τα τζάμια του σπιτιού μου κάθε δείλι. Η Αίγινα και η Σαλαμίνα απέναντι. Στατικές και υπομονετικές παλιώνουν  αναδεύοντας μια μπόχα ακινησίας. Δεν υπάρχει χρόνος. Όλα είναι ψέματα. Και η αλήθεια καμιά φορά, το μεγαλύτερο απ’ όλα.
Είναι καλοκαίρι. Τα κουνούπια μου πίνουν θρασύτατα το αίμα αφήνοντας μου κάτι τεράστια στρογγυλά καρούμπαλα που με φαγουρίζουν κάθε 5 λεπτά. Ο κόσμος σαν μικρότερο νούμερο παπούτσι με στενεύει και τα βράδια κοιμάμαι ελάχιστα  πια. Είναι καλοκαίρι σίγουρα γιατί οι αποδείξεις της βενζίνης γραφούν «έκτος του 2012» και το μέτωπο μου ιδρώνει σε μικρές μεσημεριανές διαδρομές. Σαμιαμίδια πετάγονται μπροστά μου πάνω σε τοίχους και πατώματα και από τα μπαλκόνια ακούγονται ξανά φωνές, χαμηλωμένες τηλεοράσεις και μαχαιροπίρουνα. 
Τα  Σαββατοκύριακα δραπετεύω με όποιον βρω όπου βρω, αρκεί να έχει νερό να βρέχομαι  και φυλλωσιές να φιλτράρουν το φως πάνω από το κεφάλι μου. Ένα παγωμένο ποτήρι καφέ να ιδρώνει πάνω στον μηρό μου και μια αλλαξιά ρούχα χωμένα στα βάθη της τσάντας μου. 
Ζεσταίνομαι και ονειρεύομαι πως γίνομαι αόρατη. Είναι γεγονός πως στις μεγάλες ζέστες προτιμώ τα μεσημέρια. Όταν η θερμοκρασία απογειώνεται και μου επιτίθεται. Μου αρέσει αυτή η επίθεση. Κλείνω κι ανοίγω τα μάτια με προσποιητή κούραση. Κόντρα στην αντηλιά, όπως οι γάτες. Κάνω νωχελικές κινήσεις και προσπαθώ να είμαι  cool σε ότι ακούω και βλέπω. Δαγκώνω τα χείλη μου μέχρι να ματώσουν. Τραβώ τα ψιλά πετσάκια τους, ξαναθυμήθηκα αυτή την παλιά οδυνηρή συνήθεια γιατί με κρατά σε μια ψεύδη εγρήγορση καθώς οι εκλογές πλησιάζουν ξανά μαζί και η μυρωδιά μιας κατασκευασμένης αποσύνθεσης που,μάταια, προσπαθεί να μου τρυπήσει τα ρουθούνια.
Και ενώ λοιπόν ο θυμός περισσεύει στην πόλη εγώ άθελα μου και ερήμην σου ονειρεύομαι πως σμίγουμε με ξέπνοα χαχανητά κάτω από παχιά σύννεφα στο χρώμα των μαλλιών σου. Και ξεκινάω πάλι να δαγκώνω τα χείλη μου γιατί είναι το μόνο και πιο εύκολο κακό που μπορώ να μου κάνω. Και οι μέρες περνάνε. Ο κόσμος αλλάζει και η ιστορία μας παραλύει με ενέσεις και ψεκασμούς. Περιμένοντας μια νέα πραγματικότητα πιο βάρβαρη και  ιδιαίτερη από την παλιά που γνώρισα, στέκομαι κάτω από τον εκτεθειμένο ουρανό που αλλάζει το χρώμα του σε ροζ. Κι έπειτα όποτε νοιώθω πως αυτό δεν με εξιτάρει πια, καβαλάω εκείνο το σπαστό ποδήλατο και φεύγω  να σε βρω.

Προχθές το βράδυ ρώτησα τον φίλο μου αν έχει καμιά καλή συμβουλή για το πώς να διατηρώ δροσερό το σπίτι, μιας και δεν θέλω να ανάβω το air-condition.Περπάτα αργά, μου απάντησε.

Σάββατο, Μαΐου 19, 2012

8 ΠοΤηΡιΑ τΗν ΗμΕρΑ


Όσο περνούν οι μέρες, η χώρα χάνει το χρώμα της, θαμπώνει και μοιάζει με χαλασμένη κόπια ασπρόμαυρης ταινίας. Βροχές και σύννεφα, βέλη με φθινοπωρινές αιχμές. Ανίσχυρα μπροστά στο τόξο του ήλιου. Εκλογές ξανά, συναντήσεις ηγετών, θόρυβος και βουητό. Και όλο λες πως κάτι θα αλλάξει αλλά  είναι σαν να αλλάζεις κωπηλάτες ενώ συμβουλεύεσαι την ίδια χαλασμένη πυξίδα. Ο Μάιος, ασθενικός, υποχωρεί μέσα μου καθώς ονειρεύομαι βυσσινόκηπους ανθισμένους με πολλές μέλισσες. Κλείνω κι ανοίγω τα μάτια με προσποιητή κούραση. Κόντρα στην αντηλιά, όπως οι γάτες. Η γη γυρίζει, τα πουλιά ακόμα κελαηδούν. Η νύχτα παραμένει νύχτα. Το δέρμα μου αφυδατωμένο δεν νιώθει το παραμικρό πια. Το βλέμμα μου επίσης. Και όλο μου υπενθυμίζω ξανά και ξανά πως πρέπει να έχω την ποιότητα του διαμαντιού, αλλά να συμπεριφέρομαι σαν άνθρακας.
 Ο ήλιος ανατέλλει και η μέρα μεγαλώνει και τεντώνεται με δύναμη σαν πιασμένος υπάλληλος. Αυτές οι ζέστες του Μάη έχουν  κάτι. Κάτι που είναι και λίγο θάνατος για μένα, αφού μου προσάπτουν το άθροισμα απωλειών, απογευμάτων και προσώπων, οδών και λεωφόρων που έγιναν αδιέξοδα αλλά και ημερομηνιών που δεν λένε να σβηστούν. Περιμένω με μια ανεξέλεγκτη ηρεμία τα Σαββατοκύριακα για την συνηθισμένη μου πεζοπορία στον Υμηττό. Η παρέα αλλάζει κάθε φορά ενώ ο ουρανός παραμένει σταθερός πάνω από τις χωρίστρες μας. Τα αεροπλάνα αφήνουν εκείνη την λευκή γραμμή που μοιάζει με μονοκοντυλιά από άχνη και τα σκονισμένα μας παπούτσια αναπαράγουν ίχνη γεμάτα νοσταλγία, γεμάτα χλωμή θλίψη για ότι μας πήρανε και πάει. Ζέστη, η χαρακτηριστική γεωγραφία του ιδρώτα στην κοντομάνικη μπλούζα. Το κάψιμο στα χέρια και στο σβέρκο. Κι όμως, αυτή η αψάδα της μεσημεριανής ζέστης κάτι παρηγορητικό σφυρίζει στ' αυτιά μου. Κάτι με ψιθύρους εντόμων και θρόισμα λεύκας από ένα ιδιωτικό παρελθόν. Και όλα ξαφνικά σα να βυθίζονται μέσα μου και να βυθίζουν και μένα στην θέα του τσιμέντου. Και τότε είναι που θα θελα να γίνω κάποιος άλλος, κάποιος που να μπορεί να αντέξει αυτό που θα συμβεί. Ή απλά κάποιος άλλος και ας μην το αντέξει. Η φύση, απτόητη όμως, γιορτάζει και στολίζει κάθε υποψήφιο οικόπεδο με παπαρούνες, μαργαρίτες και ζηλόφθονες τσουκνίδες και εγώ συνεχίζω και ξυπνάω από κελαϊδίσματα πουλιών στις 5 το πρωί νοτισμένη. 
Ξεκίνησα να πίνω νερό. Δεν μου αρέσει η γεύση του αλλά πρέπει να πίνω. Οχτώ με δέκα ποτήρια την ημέρα.Πρέπει να γίνω έφορη ξανά. Να ανθίσω. Πρέπει να με καλλιεργήσω στοργικά. Να με επαναπροσδιορίσω. Και όλα αυτά την ώρα που μια Ελλάδα καταρρέει. 


Το βλέπω καθώς χάνω τις σταθερές μου, η κατηφόρα δεν έχει κορυφές. Λέω λοιπόν να αρχίσω να ανεβαίνω. Έστω και αν χρειαστεί να το κάνω με την όπισθεν.

Πέμπτη, Μαΐου 03, 2012

ΚάΤω Απ' ΤοΝ αΣτΕρΙσΜό ΤηΣ φΡάΟυΛαΣ




Κλέβω τριαντάφυλλα από ξεχασμένες μονοκατοικίες και στα χαρίζω. Κάθε Μάη .Σε παρακολουθώ που τα βάζεις στα βάζα με επιμέλεια. Παρατηρώ τις συσπάσεις των μυών στο αδύνατο στέρνο σου. Το φως που στάζει από τις γαλαζοπράσινες λίμνες των ματιών σου. Ξεχύνεται πάνω στα πολύχρωμα τριαντάφυλλα, γύρω από  τις παλιές πολυθρόνες.
Κάτω απ' τον αστερισμό της φράουλας παρακολουθούμε τα γεγονότα εντυπωσιασμένοι από την ανοχή μας κι εκστασιασμένοι από την παθητική ψυχραιμία μας. Λίγο ακόμη και τον φάγαμε το μήνα των μεγάλων ερώτων. Μια μικρή ουρίτσα από άνοιξη έμεινε, που θυμίζει καλοκαίρι. Και καθώς περνάει ο καιρός και ο κόσμος δυσκολεύει σαν κακοτράχαλο οδόστρωμα κάτω από την σόλα μου αισθάνομαι πολύ τυχερή που άφησα τα λάθη της περασμένης μου ζωής να ξοφλήσουν. Τυχερή που αφαίρεσα όλη αυτή την αμήχανα αντιερωτική ζωή που με τάιζαν  και την αδιάφορη αγάπη που με μπούκωναν. Άνθρωποι αταίριαστοι δίπλα μου. Μικροαστοί που μέτραγαν εργατοώρες προσπαθώντας να αποδείξουν κάτι. Αδύναμοι απέναντι μου σαν άχρωμα παράσιτα, μηδενικοί και αόριστοι. Αταξίδευτοι στην ψυχή και στο βλέμμα. Αταξίδευτοι γενικώς. Δυστυχώς τους έδωσα ένα κομμάτι καλών μου χρόνων. Ευτυχώς  έστω και αργά τους έστειλα  στο διάολο να συνεχίσουν εκεί την τόσο ταχτοποιημένη και  μικροαστική ζωή τους με τερατώδη δικά μου αντίγραφα. Ευτυχώς.

Όσο για τις εκλογές, όσο τις σκέφτομαι ξερνώ. Αλλά σαφώς και θα πάω να ψηφίσω. Είναι κι αυτό το βάσανο βλέπεις... Που να πάρει ο διάολος. Τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών θα μας ορίσουν, όπως οι εφηβικοί μας έρωτες. Οι παρέες της ηλικίας μου άρχισαν να μιλούνε για πολιτική ξανά. Στις αυλές του κόσμου, εκλογές, εξαγορές, συναντήσεις ηγετών, θόρυβος και βουητό και  η χώρα μου σαν μια άλλη Μπλανς Ντιμπουά καταρρέει κάτω από την καλοσύνη των ξένων .Βαρέθηκα τα πάντα εννοείται. Αλλά είναι ακόμη Μάης και ο νους ξεστρατίζει. Κι εξάλλου η Μπλανς Ντιμπουά είναι πια ένα οξειδωμένο σύμβολο παλιάς ευγένειας με οικουμενική απόγνωση.
Έτσι, αφήνω μισάνοιχτο το παράθυρο ν' ακούσω  τους ανθισμένους βυσσινόκηπους και το σούρσιμο των φιδιών καθώς αλλάζουν πουκάμισο. Τώρα πια μπορώ να κοιμάμαι με αληθινούς  πρίγκιπες. Αληθινούς σαν πραγματοποιημένα όνειρα. Και κάπως έτσι γλιστρώ στο καλοκαίρι  με την πνοή του αέρα από το ανοιχτό παράθυρο να μου μπερδεύει τα μαλλιά και ελάχιστα περίεργη για το μέλλον. Αυτό το ακαθόριστο μέλλον. Από τότε που η σκόνη των χωραφιών θόλωνε τον ορίζοντα, μέχρι σήμερα, ο Μάιος υπήρξε για μένα επίφοβος. Σαν κλόουν σε θρίλερ.


Υπομονή  και εγρήγορση. Έχουμε  πάντα το φως με το μέρος μας.

Τρίτη, Απριλίου 17, 2012

ΎδΡα

Λίγα ξέφωτα γαλάζιου. Έπειτα το γκρι τα καταργεί. Απλώνεται στον ουρανό και στην θάλασσα. Στα βάθη και των δύο το βλέμμα μου με μάσκα και μπουκάλα οξυγόνου βυθίζεται. Ψάχνει για ναυάγια και σπασμένα αγγέλων φτερά. Για καρφιά σκουριασμένα και αγκάθινα στεφάνια πλεγμένα με φως. Στο βάθος της Ύδρας τα σύννεφα αλλάζουν συνεχώς σχήματα. Σε μια μεγάλη σιδερένια κούνια ένα κομμάτι καλοκαίρι κοκκινίζει τα χέρια μου και σχήματα αλμύρας ξεραίνονται στα βρεγμένα πόδια μου. Η θάλασσα κρύα. Ο ήλιος καυτός. Φυσάει και όλα μοιάζουν να ζαλίζονται και να πηγαίνουν ξαφνικά ένα βήμα πιο πέρα. Όπως όταν σκοντάφτει κανείς. Ένα βήμα πιο πέρα κατά λάθος.

Επιτάφιος, τοποθεσία Καμίνι. Αναμονή ωρών, κόσμος σκόρπιος αφήνει μικρά διάκενα. Ξένοι τουρίστες πίνουν ποτά και τραβάνε φωτογραφίες. Η χορωδία ακόμα να ακουστεί. Πιάνει μια ξαφνική βροχή και μπαίνω κάτω από το παλτό σου. Μια κυρία με λευκά μαλλιά μου δίνει την ομπρέλα της. Θυμάμαι εσένα. Παρόλο που έχεις λευκά μαλλιά ποτέ δεν θα μου έδινες καμιά ομπρέλα να σωθώ. Αποσυμπίεση. Τα βράδια εδώ μοιάζουν πετρόχτιστα και ατελείωτα. Φαρδιά σαν ξεχειλωμένα φούτερ. Κόκκινα ποτά, πράσινα μάτια, αξύριστα μάγουλα. Και στόματα που ψάχνουν να φιλήσουν σαλιώνοντας πρώτα τις λέξεις. Αποσυμπίεση. Η θάλασσα κατάμαυρη σαν μελάνι αναπνέει. Δεν την βλέπω αλλά νιώθω την υγρασία της στα πόδια μου. Απέναντι κάτι λυγερόκορμες ανεμογεννήτριες αναβοσβήνουν τα κόκκινα φώτα τους. Και η καρδιά μου σαν απόκοσμη πυγολαμπίδα πιάνει να χτυπά σύμφωνα με τον ρυθμό τους. Ο Χριστός έχει αναστηθεί και συ καπνίζεις πάνω στα βράχια. Το φως των κεριών είναι ακόμα σταθμευμένο στα μάτια σου. Και ακολουθούν κάποτε πρωινά με φως και πεζοπορία. Μέλισσες που φτιάχνουν καινούργιες γεωγραφίες γύρω μου, νέα πρόσωπα γεμάτα λουλούδια στα μαλλιά, ανθισμένα βλέμματα, φρέσκα δέρματα και ένας αέρας γεμάτος μυρωδιές. Θέλω να λιποθυμήσω εδώ. Κάτω από τις παχιές λευκές κοιλιές των σύννεφων και τα γουργουρητά των μικρών εντόμων. Εδώ. Σε αυτή την χωμάτινη διαδρομή απέναντι από το Μυρτώο πέλαγος και εκείνο το ιστιοφόρο με τα 28 λευκά πανιά και το περίεργο όνομα “sea cloud”
Εδώ, λίγο πριν την Κυριακή του Θωμά και να σε δω να εμφανίζεσαι μπροστά μου αλλά να μην το πιστέψω ποτέ.Και επιστρέφοντας πιο αλαφροΐσκιωτη από ποτέ με έναν αλλιώτικο χάρτη στα μάτια θυμήθηκα και πάλι εσένα μαζί με κάτι χρυσοκόκκινα απογεύματα και μια ακολουθία νυχτερινών ωρών σε λιμάνια. Θυμήθηκα βράχια και ψηλά χόρτα και έναν στίχο του Λειβαδίτη που λέει: «Κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και κανείς δεν θα μας θυμηθεί»...

Δευτέρα, Απριλίου 09, 2012

ΑνΕλΕηΤη 'ΑνΟιΞη


Φεγγάρι ολόκληρο, αντεστραμμένο. Μαύρη τρύπα θαρρείς. Γλυκό ανοιξιάτικο βράδυ. Έχει ελαφρύνει το σώμα. Αφαίρεση. Με την ακρόπολη στον αριστερό μου ώμο λέω προσευχές. Κυριακή των Βαΐων και τα μαλλιά σου σαν κομμένα κύματα. Σε ακολουθώ και μετά κρύβομαι πίσω από άλλους ώμους μεγαλύτερους για να μην μπορείς να με βρεις. Στις γραμμές του τρένου, στην Κωνσταντινουπόλεως, οι ψυχές ταξιδεύουν χωρίς σώματα. Τα χέρια μου σε πλήρη αμηχανία, τα μάτια μου ακολουθούν τις τροχιές των άστρων και μετά τα κύματα των μαλλιών σου και μετά μια ατμοσφαιρική αφηρημάδα. Με κοιτάς χαμογελώντας αλλά έχω ξεχάσει πως να είμαι ξανά μαζί σου.
Σε όλα τα μαγαζιά που βγαίνω τα ποτά μοιάζουν με χαλασμένο οινόπνευμα. Τρομεροί πονοκέφαλοι την επόμενη μέρα και μια λιακάδα που με σπάει σε χίλια κομμάτια. Κυριακή των Βαΐων. Περιφέρω το σώμα μου μέσα σε απόηχους αυτοκτονιών. Μετωπικές επανασυνδέσεις ξεφυσάνε σκόνη στο πρόσωπο μου. Στα κανάλια των μπουγαδόνερων και των ξερατών οι εκλογές χτυπάνε παλαμάκια. Διψάω. Αλλά δεν ξέρω γιατί. Στο στόμα μου υπάρχει η αίσθηση μιας τεράστιας δίψας. Αλλά είπαμε. Δεν ξέρω γιατί. Και έπειτα η δίψα φεύγει και έρχεται μια τεράστια λύπη. Μας εγκλώβισαν στην άθλια αυτή Αθήνα και δεν μπορούμε να το σκάσουμε πια. Απόλυτη σιωπή, σκοτάδι , αναμονή. Έγινε ένα κλικ και άλλαξαν όλα. Πρέπει να δούμε τι θα γίνουμε, όχι τι ήμασταν.
-Σ αγαπώ, μου λες
-Δεν θέλω αγάπη, σου απαντώ. Τι να την κάνω; Δώσε την εκεί που παρακαλούν και κλαψουρίζουν για αυτήν. Ο κόσμος γέμισε ζητιανιά. Τι έρχεσαι σε μένα;
-Εσένα αγαπώ, μου λες πιο ανύπαρκτος από ποτέ.
-Η αγάπη με κρατάει στάσιμη, η ευτυχία με κουράζει. Είναι τόσο μονότονη. Με κάνει να σταματάω να ψάχνω, να αγωνιώ. Η αγάπη δεν με ενδιαφέρει. Δεν την θέλω, την πολεμάω μέσα μου, δεν θα σου επιτρέψω λοιπόν να με αγαπάς.
Στέκομαι πιο μεγάλη από πάνω σου. Σε κοιτάω από εκατομμύρια έτη φωτός μοναξιά.

Κάτω από μια ανελέητη, βασανιστική άνοιξη. Σε συνεχή συνεννόηση με τον ήλιο.
Οφείλουμε να φανταστούμε κι αλλιώς τη ζωή μας.

Σάββατο, Μαρτίου 31, 2012

ApRiLsUn


Πίσω μου και οι πέμπτοι χαιρετισμοί, σαν μια μεγάλη γρατσουνιά στην πλάτη. Οι περισσότερες ώρες μου εξελίσσονται στην ανθισμένη μου βεράντα. Κάτω από τον ήλιο. Μεταβολίζω το φως. Το αφήνω να καίει μέχρι τα άγρια μεσάνυχτα, σαν ξεχασμένο φωτάκι στο βάθος κάποιου χωλ. Το βράδυ ακάθεκτη συνεχίζω να συνομιλώ με πεζογράφους της δεκαετίας του 30.Τους κρύβω κάτω από το πάπλωμα και μέσα σε κάτι παλιές τρύπες καρφιών που χάσκουν χυδαία. Περνάνε σαν λεπτά πια οι μέρες και το χνώτο της Άνοιξης με κάνει ημίθεα. Κάποτε ο αέρας δυναμώνει. Απομεσήμερο και ότι έχω σχολάσει από τον σταθμό. Περπατάω με δυσκολία, κόντρα στον άνεμο. Τα μαλλιά μου ανακατωμένα σαν λεύκα πανιά ιστιοφόρου που ξεχαρβαλώνονται. Κάτι μου λες αλλά δεν μπορώ να σε ακούσω. Ο αέρας παίρνει τις λέξεις σου. Και αυτές κουρασμένες απ' τη χρήση, δεν υπακούουν. Δεν γυρίζουν πίσω ποτέ.

Όταν βγαίνω κάποια βράδια υπάρχουν στην συνάφεια της παρέας κάποιοι ρομαντικοί και εκτός χρόνου. Είναι αυτοί που θυμούνται ακόμα εποχές αντίστασης, σπουδών και ερώτων από την πολυπολιτισμική αύρα του Παρισιού στις δεκαετίες του εξήντα και του εβδομήντα και ξεσκονίζουν τα λάβαρα της επανάστασης. Επιστρέφω πάντοτε αργά. Πάντα ζαλισμένη και πάντα κοντά στο ξημέρωμα. Μισή γυναίκα, μισή εξωγήινη. Παρατηρώ μέσα από το τζάμι του αυτοκίνητου μου, τις αλλαγές του κόσμου. Στο κέντρο της Αθήνας σε άθλια γκέτο, στοιβαγμένοι ζουν αυτοί οι δυστυχείς. Μαχαίρια και οι ενέσεις. Μετανάστες μολυσματικοί, σχεδόν σηψαιμικοί και χωρίς ανθρώπινο σχήμα. Άνθρωποι ποντίκια, κοιμούνται σε βρώμικες κουβέρτες κάτω από τα αστέρια, ενώ αστρονόμοι εντόπισαν ομάδα πλανητών που μοιάζουν να περιφέρονται μόνοι στο Διάστημα. Στα στενά των Πατησίων, η νύχτα έπαιζε τα τραγούδια του Μάλερ για «τα νεκρά παιδιά».... Μας πήραν την Αθήνα. Όπως πάντα, έτσι και τώρα.

Τελειώνει και ο μήνας αυτός, πάει, εξέπνευσε θαρρώ. Απρίλης ξανθός η αλλαγή του. Έρχονται και φεύγουν οι άνθρωποι μαζί με το χρόνο. Έρχονται και φεύγουν τα νέα, οι αγάπες, οι αναμνήσεις οι σκιές, ο ενεστώτας που ξέραμε, ένα σωρό πράγματα. Κι έτσι κάπως, εν μέσω του Μεσαίωνα που μας πολιορκεί από παντού και χαζεύοντας, από τον λόφο Πανί, θάλασσα, λυμένα μαλλιά και πεταλούδες συνειδητοποιώ τελικά πως το λίγο το αντέχει κανείς. Αυτό που δεν αντέχει είναι το τίποτα.


Πέμπτη, Μαρτίου 22, 2012

σΤο ΚάΨιΜο ΤοΥ μΑρΤη

Λίγο μετά την εαρινή ισημερία και το πρόωρο Πάσχα. «Έαρ σαν πάντα», σε πείσμα των μουδιασμένων ημερών και του δηλητηριασμένου μέλλοντος. Λίγο πριν, και πολύ ξυστά στους τέταρτους χαιρετισμούς και στο ανθισμένο στέρνο σου. Αναπνέω κανονικά και κοιτάω με δέος τα καλειδοσκοπικά σου μάτια. Σκέφτομαι να σου φανερώσω μια μέρα την σκέψη μου καθώς θα πίνεις καφέ στο όρθιο, πίσω από την μεγάλη πικροδάφνη. Είσαι ο πιο όμορφος άντρας που κοίταξα ποτέ εδώ και χρόνια. Γεμίζω τα βάζα με λουλούδια, και χώνω βαθύτερα με τα δάχτυλά μου τα πρόωρα γεννητούρια κάποιων βλαστών στην βεράντα. Έξω η άνοιξη πλησιάζει με την θέρμη της το φωτοστέφανο που κρέμεται στραβό πάνω από τα ηλεκτρισμένα μου μαλλιά. Αϋπνίες τα βράδια, υπνηλία την μέρα και μια αέναη ερωτική διάθεση. Ήρθε.
Ακόμα στην αφαίρεση είμαι, στην εξαγωγή. Η εξαγωγή είναι τέχνη και πρέπει να ξέρεις πώς να την κάνεις. Παρατηρώ το πρόσωπο μου που αλλάζει μορφές και χρώματα. Κάθε φορά που εγκαταλείπω κάτι περπατάω πιο ανάλαφρη. Δίπλα μου κάνει μακροβούτι ένας μουδιασμένος και άναυδος κόσμος, βυθισμένος σε μαύρες σκέψεις και καταθλιπτικές διαπιστώσεις. Δουλεύουμε 30 λεπτά για ένα χάμπουργκερ, 13 λεπτά για ένα κιλό ψωμί, 27 λεπτά για ένα κιλό ρύζι, 24,5 ώρες για ένα iPod.Τίποτε δεν είναι όπως πριν. Κάθε πρωί αποχαιρετώ την Ελλάδα που ήξερα και κάθε βράδυ την κηδεύω. Κλαίω σιωπηλά πάνω από το λευκό κουφάρι της, βλέποντας φωτογραφίες των παιδικών μου χρόνων. Παρατηρώντας μέσα σε αυτές ανεξίτηλα χαμόγελα, πρόσωπα γνώριμα ανύπαρκτα πια, αχρησιμοποίητες θάλασσες και χιλιάδες αστερισμούς. Ξαναγυρίζω σε μέρη γεμάτα φως και αντεστραμμένο μπλε, μέσα σε χιλιάδες χρυσαφένιες κλωστές που κρέμονταν από μια αφροδίσια δύση. Όλα ακρωτηριασμένα και μωβ.
Στην τηλεόραση εξελίσσεται κάθε βράδυ, στο καθιερωμένο ραντεβού του ζόφου, η ίδια παράσταση. Ιλαρές χορογραφίες ενός πολιτικού αυτισμού, εδώ και χρόνια. Ο κόσμος καίγεται μα κάποιοι ζούνε κανονικά. Επεκτείνουν την συνέχεια τους μέσα από αυτοσχέδιες σχέσεις-κροτίδες, με ημερομηνία λήξεως. Γενναίοι άνθρωποι. Στον κόσμο τους.

Αναμένω το πυροτέχνημα του έαρος. Θαμπή και σχεδόν ασυγκίνητη. Ο ήλιος πυρπολεί τα λυτά μου μαλλιά και καθώς η χώρα διολισθαίνει στην άβυσσο, συνεχίζω μηχανικά να ψάχνω την ωραία πλευρά της ζωής.

Τρίτη, Μαρτίου 06, 2012

ΑπOχΡώΝ λΟγΟς


Κοντεύουν και οι δεύτεροι χαιρετισμοί. Περπατάνε σαν τα καβούρια πλάγια, κάτω από τα σεντόνια μου τις νύχτες. Οι άνθρωποι λίγοι τη νύχτα αυτή. Μοιάζουν με αραιές τρίχες κεφαλιού. Σκόρπιοι εδώ σκόρπιοι εκεί. Μιλούνε χαμηλόφωνα όλο και πιο συχνά, γέρνοντας σαν σπασμένα κλαριά, όσο πιο κοντά μπορούν στο αυτί του άλλου. Παρατηρώ αυτά τα βυζαντινά κατάλοιπα, συνομωσίας του έθνους και χασμουριέμαι αθόρυβα καθώς περιμένω ταξί. Περασμένες 4 και μόλις έχω φύγει από το σπίτι σου. Το φεγγάρι αρχίζει και φουσκώνει σαν ζυμάρι στο φούρνο. Το βλέπω να ανασαίνει όλο και πιο γρήγορα και το χνώτο του μου ηλεκτρίζει τα μαλλιά. Σταματάει ένα ταξί. Ξεχνώ ότι το περιμένω. Λέω σε σπαστά ελληνικά το μέρος που θέλω να πάω. Με πιάνει νευρικό. Κρύβω το στόμα μου μέσα στο ζιβάγκο γρήγορα. Μυρίζω κάτι από σένα, απροσδιόριστο. Το σώμα μου ακόμα έχει το βάρος σου. Ξαπλώνω πίσω για να το ξαναβρώ. Από τα παιδικά μου χρόνια το σημείο επαφής μου με την πραγματικότητα ήταν πολύ ασθενικό. Και όσο μεγαλώνω τόσο πιο πολύ χάνεται και με αποδεσμεύει. Δεν μου χωράνε ευθύνες, ούτε μεγάλα όνειρα. Δεν έχω πολλές δικαιολογίες για τα αλλόκοτα ξεσπάσματα μου. Καμιά ανοχή στους ηλίθιους και καμιά διαθεσιμότητα για τους συναισθηματικούς. Περιφρονώ αυτούς που πιστεύουν πως δεν είναι τιποτένιοι και χυδαίοι. Που νομίζουν πως είναι φυσιολογικοί και ανήκουν στο μέσο όρο. Έρχομαι πάντα και τους το χαλάω. Τους ξεβολεύω με την σπάθα της αλήθειας και έτσι χαλάω αυτή την ψευδαίσθηση της ουδετερότητας τους. Και έπειτα το βάζουν στα πόδια και με παρομοιάζουν με την Rosa Luxemburg.Επειδή λέω την αλήθεια, και με φωνή μπάσα και δυνατή τους τονίζω πόσο τιποτένιοι και χυδαίοι είναι, επειδή πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα μας θεώρει τιποτένιους και χυδαίους. Κι έτσι κάπως συνεχίζεται οι αλυσίδα της περιφρόνησης. Χωρίς κανείς να μπορεί να πάρει πίσω αυτά που έχει κάνει και έχει πει. Κανείς.

Δεύτεροι χαιρετισμοί λοιπόν και το άρωμα των τρίτων ελευθερώνεται ήδη από τις ρωγμές του ουρανού και εξατμίζεται στον καφενέ που βρίσκεται στην γωνία. Και αυτή η άνοιξη, όπως όλα, θα μοιάζει με ξεθυμασμένη coca cola που τελικά θα χύσεις αντί να πιεις. Μα εγώ προτιμώ τα κρεσέντα και την ζωή μου μια ζωή γεμάτη με αποτυχίες και απορρίψεις παρά με απωθημένα.

Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2012

ΕκΘεΣη ΟυΤοΠιΑ




ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ

(άρθρο 8 Ν.1599/1986)


Η ακρίβεια των στοιχείων που υποβάλλονται με αυτή τη δήλωση μπορεί να ελεγχθεί με βάση το αρχείο άλλων υπηρεσιών (άρθρο 8 παρ. 4 Ν. 1599/1986)



ΠΡΟΣ(1): ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΚΑΤ’ ΟΙΚΩΝ

Ο – Η Όνομα: ΟΥΤΟΠΙΑ Επώνυμο: ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Όνομα και Επώνυμο Πατέρα: ου+τόπος

Όνομα και Επώνυμο Μητέρας: Ευτοπία

Ημερομηνία γέννησης(2): αΝΕΚΑΘΕΝ

Τόπος Γέννησης: ΑΝΘΡΩΠΙΝΟς ΝΟΥς

Αριθμός Δελτίου Ταυτότητας: Τηλ: -

Τόπος Κατοικίας: ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Οδός: Κεραμεικού Αριθ: 88 ΤΚ: -

Αρ. Τηλεομοιοτύπου (Fax): - Δ/νση Ηλεκτρ. Ταχυδρομείου

(Εmail): -








Με ατομική μου ευθύνη και γνωρίζοντας τις κυρώσεις (3), που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 22 του Ν. 1599/1986, δηλώνω ότι:
Εγώ η κυρία Ουτοπία,σας επιτρέπω την είσοδο στην οικεία μου με την προϋπόθεση να την σεβαστείτε..
Στον χώρο αυτό κατασκευάζω νέους χάρτες, μπαλώνω τις τρύπες της ιστορικής συνειδήσεως και μαγειρεύω κατασκευές καινούργιων κόσμων. Αναπαράγομαι με ιδέες τις οποίες γεννάω και κρύβω μέσα μου με μικρές πολύχρωμες εκρήξεις ελπίδας για να τις συντηρώ. Κυρίως μέσα μου. Εκεί πρέπει να έχω τα σχέδια για να τις ανοικοδομήσω μετά. Όταν θα έρθει η ώρα.
Βελτιώνω την ουράνια γεωγραφία και προσθέτω νέους πλανήτες όλο και πιο κοντά μας σε περίπτωση που κάποτε το ανθρώπινο είδος πάρει την απόφαση να μετοικίσει.
Πλέκω πολιτικά συστήματα εκ νέου και στην τηλεόραση μου βλέπω ντοκιμαντέρ για την έννοια της ουτοπίας και άλλοτε ντοκιμαντέρ για την χαμένη Ατλαντίδα που τόσο νοσταλγώ.
Ανά τους αιώνες έχω συνάψει σχέσεις με τον Πλάτωνα τον Τόµας Μορ, τον Τοµάσο Καµπανέλα και τον Εντουαρντ Μπέλαµι. Τελευταία με όλα αυτά που γίνονται μελαγχολώ όλο και περισσότερο. Ξυπνάω νωρίς με μια δυσφορία στο στήθος και τραβώ τις κουρτίνες να δω αν ξημέρωσε.
Έξω ο κόσμος να θυμάστε καταστρέφεται. Βιώνω το τέλος όσων ήξερα με τρόπο διαφορετικό. Και με μια απόκοσμη αξιοπρέπεια.
Προτείνω λοιπόν να πληρώσουμε με ανεξέλεγκτη παράγωγη ονείρων τα χρέη μας και να χαϊδέψουμε και πάλι το χέρι της γηραιάς ελπίδας
Δεν υπάρχει ιστορική συνείδηση χωρίς ελπίδα. Αλλιώς θα είναι αδύνατον να φανταστούµε ξανά το μέλλον. Θα αντέξουμε. Για λίγο θα είναι. Μέχρι να βελτιωθεί ο κόσμος.

Ημερομηνία: 20 /01/ 2012
Ο – Η Δηλ.





Ένα πειραματικό project 30 και πλέον καλλιτεχνών, επιμελητών και θεωρητικών που διερευνούν και προσεγγίζουν την έννοια της ουτοπίας μέσα από μια πληθώρα καλλιτεχνικών μέσων.
Ο Ορίζοντας Γεγονότων είναι μία κολεκτίβα που ανακατεύει ζωή, τέχνη και ανθρώπους. Συνεπής στο στόχο του, παρουσιάζει με την έκθεση αυτή ένα νέο χώρο, στην οδό Κεραμεικού 88, στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, μια πετρόκτιστη αθηναϊκή οικία του 19ου αιώνα, υπο ανακατασκευή που φιλοδοξεί να στεγάσει ανησυχίες καλλιτεχνών και να μετασκευασθεί έτσι σε ένα χώρο εκπολιτισμού της πραγματικότητας.
Το project της «Ουτοπίας» στήνεται και υπάρχει παράλληλα με τις εργασίες στο χώρο που έχουν ενσωματωθεί στο σκεπτικό και την ταυτότητα της έκθεσης, σε ένα εν εξελίξει εγχείρημα
Η έκθεση διαρθρώνεται στους 12 χώρους-δωμάτια του κτηρίου με εικαστικά έργα, δρώμενα και δράσεις, video προβολές, μουσική, εγκαταστάσεις, συνθέτoντας ένα ουτοπικό περιβάλλον και δημιουργώντας μια πολύπλευρη εμπειρία.
Συμμετέχουν οι:
Μαρία Αποστολοπούλου, Πάνος Αρχολέκας, Αλέξης Δάρας, Άννα Δημητρίου, Χριστίνα Έλενα Δοσίου, Μαρία Δουκάκη, Ελένη Δούκη, Μαρίλη Ζαρκάδα, Μαριλένα Ζολώτα, Αναστασία Καπινιάρη, Κώστας Κολημένος, Αγγελική Κορκού, Σοφία Κοψίδου, Ρίκα Κριθαρά, Παναγιώτα Λευκαδίτη, Nicholas Liber (Νίκος Λυμπερόπουλος), Λίτσα Μουσούλη, Σταματίνα Πάλμου, Δέσποινα Πανταζή, Γιάννης Παρασκευόπουλος, Μάριος Πασχάλης, Ίων Πανόπουλος, ομάδα Ποίηση στην εποχή της Εκποίησης, Μάρη Προύζου, Ηλίας Ταμπακέας,Τάκης Τσακαλίδης, Δημήτρης Φόρτσας, ομάδα Φωτοερευνητές (Κίμων Αξαόπουλος, Αλεξάνδρα Γεωργίου, Σοφία Κασινα, Ελένη Παγώνη, Μαίρη Παλαιολόγου, Μελίνα Πατρικίου, Δημήτρης Ρίζος, Σταύρος Σόρογκας, Αλέκος Τσάμπας), Χαρίκλεια Χάρη
Επιμέλεια: Άννα Χασανάκου
Εγκαίνια: Παρασκευή 20 και Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012, στις 19:00.
Διάρκεια Έκθεσης: 20 Ιανουαρίου έως 5 Φεβρουαρίου 2012
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα-Παρασκευή 18:00 – 21:00, Σάββατο και Κυριακή 11:00 – 21:00
Διεύθυνση: Κεραμεικού 88, Αθήνα
Πληροφορίες: orizontasgegonotwn.blogspot.com