Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2015

mArCh FoOtAgE



Εδώ στο πάντα βρέχει, ονειρεύομαι την Άνοιξη, κάποιες ελάχιστες νύχτες που λίγο ο καιρός γλυκαίνει και τα πόδια μου στους περιπάτους ιδρώνουν μέσα στις χοντρές κάλτσες. Υγρασία. Τα οπορωφόρα της γειτονιάς ετοίμασαν νέα άνθη που ξεκίνησαν να ανοίγουν με μια φανερή καθυστέρηση.  Νηστίσιμα φαγητά μαζί με υγρασία και συνεχόμενες νεροποντές. Νεροποντές, ταραμοσαλάτα, ταχινένιος χαλβάς και κρασί. Νεροποντές, λαχανιασμένες ανάσες και παπούτσια με λάσπες. Νεροποντές με δυνατό αέρα και έντονα όνειρα χρώματος κοραλλί. Παντού βροχή και πλάι μου μια μικρή θερμοφόρα που αντικαθιστά το σώμα που λείπει. Κουράστηκα να μπαινοβγαίνω κρατώντας χαλασμένες ομπρέλες στα χέρια. Πρήστηκα από βροχή και υγρασία. Θέλω πίσω το κίτρινο ανελέητο φως.
Προχτές το βράδυ  σε άκουσα να κλαις και γέμισε νερόλακκους όλη η αυλή μου. Η μόνη ηλικία που υπάρχει με ήλιο είναι η παιδική. Αν θες μπορούμε να πάμε μια μέρα. Να μείνουμε.
Στην δουλειά κόβω ράβω εφημερίδες και χρωματιστά χαρτόνια σε κάθε import ή transcode. Συνθέτω νέους κόσμους με κύματα τριήρεις και ήλιους με σύννεφα ή χωρίς. Αεροπλάνα και πουλιά στο ίδιο μέγεθος και σπίτια με πολύχρωμα δέντρα. Τοπία καλοκαιρινά. Κόβω ράβω και κολλώ στους τοίχους μια προτεινόμενη θέα. Μια λασκαρισμένη φυγή. Υπάρχουν όλα τα μέσα για να το σκάσει κανείς. Κι όμως κανείς δεν δραπετεύει από κει. Πόση γοητεία μου ασκεί το ρήμα «δραπετεύω» μαζί και οι ίδιοι οι δραπέτες που μένουν μακριά από κοινωνικές επιταγές και ασφυκτικά φώτα, ζώντας μέσα σε κόγχες σκοτεινές που ενσυνείδητα δημιουργούν  και υπάρχουν. Μόνο βυθισμένος ή ιπτάμενος στον δικό του κόσμο μπορεί να επιβιώσει πια κανείς. Μόνο εκεί μπορεί κανείς να νιώσει ελεύθερος. Και για μένα αυτή την στιγμή ελευθερία μου φαίνεται να βρίσκεσαι στον  ολάνθιστο κήπο ενός πλακιώτικου σπιτιού έναν Απρίλη εκατό χρόνια πριν.
Βγαίνω από το πλάνο του Μάρτη υγρή, σκυφτή και αμήχανη. Κρατάω μια ώρα παραπάνω στα χέρια όπως κρατά κανείς έναν λαγό από τα αυτιά. Κάπου μακριά εκεί έξω οι εργάτες του φωτός χτυπάνε τα ξίφη  τους.  Ώρα να ζήσουμε.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 23, 2015

FeBrUaRy FoOtAgE


Πάνω από την Πεντέλη ένα μολυβόμπλαβο σύννεφο μπλέκονταν ακόμα με τα κυανά απομεινάρια της νύχτας. Ξεφτίζει και ο Φλεβάρης. Σώνεται .Όπως το λαδάκι στα καντήλια. Μα δεν με πονά γιατί μέσα του έζησα ευτυχισμένη. Με κάτι ψιλές νιφάδες σαν βέλο στο πρόσωπο και το πλαγκτόν της νύχτας στα μαλλιά να φωσφορίζει. Έζησα ευτυχισμένη πίσω από ψεύτικες υπερφυσικές βλεφαρίδες και ριγέ κοκκινόασπρες κάλτσες σε μια παλιά ντισκοτέκ. Μέσα από πολικού ψύχους νυχτερινές επιστροφές με αμήχανους συνοδηγούς, Μελίνα Μερκούρη στο ράδιο και κατεβασμένα παράθυρα να φεύγει ο καπνός. Μέσα από ζεματιστά παπλώματα σε πλήρη πρωινή ακινησία και ωραία γαληνεμένα μεσημέρια με άπλετο ιλαρό ηλιακό φως στο μέτωπο και στα μάτια με μία ισχύ 455 watt .
Η ζωή είναι κάποιες φορές μονότονη σαν ένα επαναλαμβανόμενο τρίτονο. Το σημαντικό είναι το ότι η συγχορδία ουσιαστικά κάνει κύκλο και επανέρχεται στον αρχική νότα. 
ΟΙ μέρες μεγαλώνουν, κερδίζουν ύψος και φως. Αναπνέω καλύτερα μέσα τους και χωράω με άνεση πια. Μαζί τους μεγαλώνουν και τα λουλούδια  πολύ γρήγορα και δεν το καταλαβαίνουμε! Άνθισε ολόκληρη πάλι  η αμυγδαλιά της ανηφόρας, μαζί με τις αμυγδαλές του λαιμού μου και τα δέκατα. Ραντεβού πάντα λίγο πριν το Μάρτη.
Τον τελευταίο καιρό μ αρέσει να ακούω τα σίγμα των ανθρώπων. Μερικά είναι βαρετά, δεν κρύβουν τίποτα, είναι και μερικά άλλα που τα λέω από μέσα μου, που όλη μέρα κάνουν σσσσσσ στο κεφάλι μου.
Οι άνθρωποι γύρω. Απλώς, είναι άλλοι. Μας πικραίνει που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες μας. Που θα τους θέλαμε αλλιώς. Θα ελπίζαμε να ήταν αλλιώς. Αλητεύουν μέσα μας, αλωνίζουν με νύχια γαμψά την επιφάνεια της κουρασμένης μας  καρδιάς και φαρμακώνουν ό,τι κι αν έχουμε επενδύσει σ' αυτούς. Και μεγαλώνουμε. Και καταλαβαίνουμε με τον καιρό ότι δεν υπάρχει γιατί και πως. Απλά, είναι έτσι. Άλλοι. Και δυναμώνει η αντίληψή μας και μαθαίνουμε να τους αναγνωρίζουμε ευκολότερα. Δρόμο. Μακριά. Αν χρειαστεί, δανειζόμαστε την σπάθα του αρχάγγελου. Ατσαλώνουμε. Και αράζουμε, εκεί που υπάρχει αγάπη. Μόνο.
Καμιά φορά νιώθω επισκέπτης του μυαλού μου, και ως επισκέπτης, ανακαλύπτω πάντα κάτι νέο.
Βλέπω αμυγδαλιές κάθε πρωί. Κάθε. Και πράσινο, να λέω πως το μάτι μου βλασταίνει. Και στο ραδιόφωνο -πως γίνεται, μα το Δία!- ακούγονται κάτι γλυκερές μουσικές, βαλσάκια και ερωτοπλάνταχτες ρούμπες. Μα το κέφι ανηφορίζει. Στην κόντρα πάντα με έβρισκα ολόκληρη. Μέχρι να να κάνω τις δουλειές μου Κάτι τσιγαρίσματα από απέναντι, κάτι πίτες που φουρνίζονται, μου γαργαλάνε τα ρουθούνια. Ο Νότος μου ανθοφορεί. Και τα προεόρτια της άνοιξης, γίνονται εδώ με ζουμπούλια στα βάζα, χαμάδες και ρακή.

Ο ήλιος στην επιστροφή άρχισε πάλι να μου καίει τα μάτια μαζί με τις πορτοκαλί μου βλεφαρίδες. Καλύτερα. Να βλέπω δίχως να κοιτώ.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2015

jAnUaRy FoOtAgE


Έχω καιρό να ακούσω τα μελίσματα των πουλιών. Σα να ήταν δεκαετίες χειμώνας. Προχτές βράδυ βρέθηκα μέσα σε μια νευριασμένη χιονοπομπή. Στα διόδια της αττικής οδού το χιόνι είχε κάνει ένα λευκό χαλί στο δρόμο. Νιφάδες χοντρές σκάγανε με θόρυβο στο παρ μπριζ του αυτοκίνητου μου σαν παγωμένα χαστούκια. Το καλοριφέρ στο φουλ. Μέχρι να φτάσω στην αγαπημένη ακινησία του Καρέα ότι χιόνι είχε μαζευτεί έλιωνε σιγά σιγά μοιάζοντας με δεκάδες χορεύτριες που έχαναν τις αισθήσεις τους μπροστά μου, πέφτοντας αθόρυβα ακρωτηριασμένες μπρος στα μάτια μου .Ακινησία. Το μόνο που μπορείς να δεις είναι το χιόνι και τα κόκκινα φώτα από τα stop των αυτοκινήτων. Ακινησία. Έχω να ταξιδέψω πολύ καιρό. Τα λεφτά δεν περισσεύουν για τίποτα. Μόνο για πάγια, δόσεις, και έκτακτες εισφορές. Τα σεντόνια παλιώνουν μαζί με τα κουφώματα και την υγρασία στους τοίχους. Τα βιβλία αδιάβαστα και ριγμένα άτακτα πάνω στα τραπέζια, παραμιλούν. Τα βράδια ακούω τις προσευχές τους. Μπερδεύονται μαζί με τις δικές μου εκεί κοντά στο μικρό ξημέρωμα. Σε συναντώ επιστρέφοντας  από την Θεσσαλονίκη. Έχεις ομορφύνει πολύ. Τα νύχια σου μακριά και απεριποίητα γρατζουνάνε όλες τις πληγές που κοντεύουν να κλείσουν από τότε που μετανάστευσες. Το μωβ μολύβι στην κοιλάδα των ματιών σου μου θυμίζει τις παλιές μου συντεταγμένες. Το γκρι στους κροτάφους σου κάνει παράσιτα σε αυτά που θέλω να προλάβω να σου πω. Είμαι ακίνητη που λες και λυπημένη, όσο και αν εσύ επιμένεις  πως αυτό το μπλε του ουρανού της Αθήνας θα πρέπει να κηρυχθεί παράνομο και καταχρηστικό. Το αγνοώ. Με παρασέρνει το μαύρο και το κυανό του βυθού μου. Έχω πάψει να πατώνω πολύ καιρό πια. Και αυτό μάλλον συμβαίνει γιατί οι άνθρωποι κουβαλούν αβάσταχτα φορτία  συναισθημάτων που με βυθίζουν. Και η ανάσα μου όλο και λιγοστεύει για αυτό ξεκίνησα εισπνοές βράδυ –πρωί. Και ξέρεις, αυτή η αδηφαγία που υπάρχει στους ανθρώπους και τους συρρικνώνει, ακυρώνει όλα αυτά τα πολύτιμα υλικά που στοιβάξαμε για μια γερή κατασκευή ανάμεσα στις σχέσεις. Καμένη γη οι περισσότεροι. Αναλφάβητοι, μηδενισμένοι ,χωρίς παρόν. Και όσο το μεσημέρι προχωράει και ο χρόνος μας τελειώνει εγώ ακόμα ακίνητη σε εκείνον τον καναπέ, έχω σκάψει μια σπηλιά στην κοιλιά σου προσπαθώντας να κρυφτώ. Όχι από σένα, άλλα από την σφοδρή αυτή ακινησία που με καταδυναστεύει.
Και τίποτα δεν θα είναι ποτέ όπως πρώτα μιας και το φως έγινε πιο δυνατό και πιο πρόστυχο πια. Αφού οι στιγμές της δικής μου δημιουργίας καταργήθηκαν. Μιας και  λεφτά δεν υπάρχουν και οι διαδρομές μεγάλωσαν κι άλλο. Πλάτυναν οι αποστάσεις, ξεχειλώσαμε. Σπάνια αφουγκραζόμαστε .Ξεχνάμε διαρκώς τα πάντα, όχι όπως κάποτε που ξεχνούσαμε μόνο ονόματα και ημερομηνίες. Τώρα πια τα πάντα. Σε λίγο θα καταργήσουμε την μνήμη για να ανακουφιστούμε. Έχουν αλλάξει που λες γλυκιά μου πολλά από τότε. Η φιλμογραφία μου έγινε πιο επιλεκτική. Ο υπερευρυγώνιος φακός που χρησιμοποιώ  δημιουργεί μια έντονη ατμόσφαιρα αποξένωσης. Να θυμάσαι την αρχή της ζωής σου μου λένε διάφοροι. Θυμάμαι την δικιά μου αρχή μα με τα χρόνια γίνεται πιο εύκολο να την κοιτάζω παρά να την εξηγώ. Το επιτοίχιο ρολόι στην κουζίνα πάει πίσω δέκα λεπτά. Όλο  διορθώνω την ώρα κι όλο πάει πίσω. Μου δίνονται δέκα λεπτά κάθε μέρα επιπλέον και δεν ξέρω τι να τα κάνω .Ίσως ξεκινήσω την συλλογή από παλιές μου επιστολές, φωτογραφίες και σημειωματάρια και φτιάξω ένα τιτάνιο κολάζ γεμάτο διαδρομές να ακολουθώ μπας και σωθώ. Να πιάσω πάλι τον μίτο .Δέκα λεπτά την μέρα επιπλέον στην διάθεση μου για να βελτιωθώ. Η τέχνη ενάντια στον χρόνο.

Πριν φύγεις ξανά άσε μου το μωβ μολύβι των ματιών σου. Θα πάω να βάλω σταυρό στον υποψήφιο της επιλογής μου με αυτό.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 20, 2014

dEcEmBeR FoOtAge


Στο σχόλασμα της βάρδιας τα δόντια χτυπάνε μεταξύ τους ,ένα τιτάνιο μούδιασμα στο σώμα. Έχει απλωθεί μια τρομερή υγρασία. Κάθεται πάνω στα αυτοκίνητα, στα τζάμια, στα φερμουάρ και στα τσίνορα. Μυρίζει σαν ξεθυμασμένη βανίλια. Έξω έχει 10 βαθμούς. Καλοριφέρ και υαλοκαθαριστήρες μαζί. Κι όμως η υγρασία παραμένει. Και το τρέμουλο γίνεται σαν ένα επίκτητο αντανακλαστικό. Στο σπίτι το δέντρο και η Μιλού με περιμένουν. Και ένα φως μικρό αναμμένο μαζί με υγρά ρούχα πάνω στα καλοριφέρ.Και μια στοίβα άπλυτα κατσαρόλια στο νεροχύτη. Και μια σύνδεση που είναι εκτός. Περασμένες 2 και μιλάω στο τηλέφωνο με τεχνικούς της wind.Βραχνές, μπάσες, αντρικές φωνές. Κάποιες με χαλαρώνουν, κάποιες άλλες με κάνουν να ερωτοτροπώ νωχελικά. Τραβάω και αλλάζω καλώδια και θύρες, καμένοι φορτιστές. Μεγάλες σιωπές με το ακουστικό κολλημένο στο αφτί, αμήχανες ερωτήσεις, αναπνοές με παράσιτα, μέχρι που το πρόβλημα λύνεται και τα λαμπάκια στο ρούτερ αναβοσβήνουν και πάλι κανονικά. Σχεδόν συγχρονίζονται με αυτά του δέντρου. Η υγρασία όμως ακόμα παραμένει. Ούτε που θυμάμαι λοιπόν, ότι είναι Χριστούγεννα και βαριέμαι να μιλήσω πάλι για αυτά. Το μόνο που θα πω είναι πως οι γειτονιές δεν είναι τόσο φωτεινές όσο πέρσι και τα δέντρα στα παράθυρα δεν μου τραβάνε πια την προσοχή. Τίποτα δεν μου τραβάει πια την προσοχή. Μόνο τα πτώματα των ζώων στην άκρη του δρόμου. Μόνο εκεί ανοιγοκλείνει με ζωντάνια το μάτι μου. Λες και μπήκε ακίδα. Σφίγγω με δύναμη το τιμόνι και αναπνέω γρήγορα και κοφτά σα να γεννάω. Κι έτσι φεύγει ο πόνος μαζί με την εικόνα που με ενόχλησε.
Μου λείπει το θέατρο. Για αυτό ξαναδιαβάζω την «Έντα Γκάμπλερ» του Ερρίκου Ίψεν. Νορβηγός αγαπημένος μετά τον Σουηδό και εξίσου αγαπημένο Αύγουστο Στρίντμπεργκ. Από παλιά τα γούστα μου τελικά πήγαιναν προς τον εκεί βορρά και φτάσανε μέχρι το killing και το Bron/Broen. Τσαλακώνω την σελίδα και κλείνω το βιβλίο. Πίνω μια γουλιά κρασί. Στο σπίτι έχει μια λαχταριστή ησυχία. Όλες οι συσκευές κλειστές. Καμιά ψηφιακή μουρμούρα. Αποφεύγω, το γράφω συνεχώς, να βλέπω ειδήσεις. Την έχω κόψει την τηλεόραση καιρό τώρα. Μαθαίνω τα νέα από το ραδιόφωνο και δαγκώνω τα χείλη μου από πίκρα. Αρνούμαι να σχολιάσω κάτι που σε δέκα μέρες θα έχει ξεχαστεί όπως όλα. Αλλά το μόνο που θα πω είναι πως δεν με εξόργισε τόσο η δωροδοκία αλλά περισσότερο με εξόργισε η σκέψη πάνω σε ποιους ανθρώπους γίνεται αυτή, σε ποιους ανθρώπους στηρίζεται ο τόπος. Τελικά είχε δίκιο ο Γιωργάκης όταν έλεγε λεφτά υπάρχουν.
Βγαίνω να μαζέψω τα ρούχα από την απλώστρα. Το τέλος της μέρας. Ο ουρανός καθαρός. Από πάνω μου τρία ασημένια στίγματα. Η ζώνη του Ωρίωνα και πιο κάτω να πρασινίζει ο Βέγας. Η υγρασία ακόμα παραμένει. Στα κυπαρισσί κάγκελα του μπαλκονιού, στα νωπά ρούχα, στο χνώτο και στα λευκά παντζούρια. Ακόμα εκεί. Πότε απέκτησε αυτός ο τόπος τόσα σιχαμένα πράγματα; Κλείνω την κουρτίνα. Σκέφτομαι την παράσταση του καρυοθραύστη που θα δω την Δεύτερα με κεντρική πρωταγωνίστρια την 6χρονη κόρη της φίλης μου. Χαμογελώ. Πόσο πιο καλά θα ήταν να αφήναμε τους ανθρώπους αβοήθητους, όπως τα παιδιά. Βλέπετε η αδυναμία είναι μεγάλο πράγμα, ενώ η δύναμη δεν είναι τίποτα. Κι όπως είπε και ο επίσης αγαπημένος Ταρκόφσκι, « Όταν ένας άνθρωπος έχει μόλις γεννηθεί είναι αδύναμος και για αυτό ευέλικτος. Όταν πεθαίνει,  είναι σκληρός και άκαμπτος. Η σκληρότητα και η αντοχή είναι σύντροφοι του θανάτου. Οπότε καλύτερα ας αφήσουμε τους ανθρώπους αβοήθητους. Μόνο έτσι  θα πιστέψουν στον εαυτό τους».
Χρόνια σας πολλά.