Παρασκευή, Μαΐου 26, 2017

mAy FoOtAgE

Έγινε ξαφνικά. Ξύπνησα μέσα στην μελωδία του ανοιξιάτικου  βαλς του Σοπέν. Ήταν άνοιξη αληθινή έξω. Μήνας Μάιος. Κάτω από τα πόδια μου περνούσαν ακόμα ποτάμια αμμωνίας και στην ατμόσφαιρα του δωματίου κάτι  γαλαζωποί δακτύλιοι σκόνης. Η αναπνοή μου ακουγόταν σαν μέσα από σκάφανδρο και ένα μικρό  καλωδιάκι, σπασμένο, τρεμόπαιζε  στην άκρη της σπονδυλικής μου στήλης. Είχα ξυπνήσει αλήθεια;
Θυμάμαι κάτι μαβιά απογεύματα με ένα ισχυρό κοκκινωπό μιζανπλί  και κάτι  φέτες λεμονιού σε ποτήρια με τζιν τόνικ. Αχνά πρόσωπα που κάποτε συναντούσα και κουβεντιάζαμε. Θυμάμαι τους γονείς μου νέους , μέσα από κάτι ασπρόμαυρες παλιές φωτογραφίες κάπου σε παραλίες  κιτρινωπές. Μεγάλες παρέες ξαπλωμένες  κάτω από τον παλιό εκείνο ήλιο και μια γκριζωπή θάλασσα να βρέχει τα νεανικά τους άκρα. Θυμάμαι τις γάτες που έχασα, την εκταφή της γιαγιάς πολλά χρόνια πίσω και κάτι αχτίδες φωτός που μου είχαν κάψει τα δάχτυλα, αρχές καλοκαιριού.
Το τελευταίο βράδυ που θυμάμαι, πριν ξυπνήσω, ξαναπαντρεύτηκα με έναν αυτοσχέδιο γάμο σε μια εκκλησία κάπου στο Θησείο. Πέμπτη της Αναλήψεως. Είχε αγρυπνία μέσα και ο παππάς τελούσε το μυστήριο της λειτουργιάς μαζί με κάποιους ανυποψίαστους. Παντρεύτηκα ακούγοντας για φως και για σκοτάδι . «Όσοι είναι καθαροί, ξαγρυπνούν τη νύχτα, να δουν τον Χριστό που «αναλήφεται». Οι άξιοι βλέπουν ένα φως, που ανεβαίνει στον ουρανό...».Πήρα τον  άρτο μου μαζί με τα αυτοσχέδια στέφανα, φίλησα κάτι που παρέπεμπε σε επιτάφιο και το έσκασα.

Το καλοκαίρι πλησιάζει. Η ανάσα του ακούγεται μέχρι εδώ. Ξύπνησα γιατί μου είπαν ότι στις απώλειες δεν πρέπει να κοιμόμαστε. Ούτε να μην γνωρίζουμε. Είμαι έτοιμη να βγάλω αυτό το σκάφανδρο και να αναπνεύσω την σκόνη ξανά. Από το δωμάτιο μπαίνει κατεστραμμένη πληροφορία φωτός. Παρασκευή 26 Μαΐου και  μαθαίνω  πως ο Δίας διαθέτει στους πόλους του γιγάντιους κυκλώνες, που φθάνουν σε διάμετρο τα 1.400 χιλιόμετρα, ένα μαγνητικό πεδίο με δεκαπλάσια ισχύ σε σχέση με αυτό της Γης και ένα πολικό σέλας που δεν μοιάζει με το γήινο. Ζηλεύω που δεν είμαι εκεί. Νοσταλγώ  τους φωτεινούς οβάλ σχηματισμούς  που βλέπω στις εικόνες και που στην  πραγματικότητα είναι τεράστιοι κυκλώνες και αντικυκλώνες. Νοσταλγώ τα ισχυρά μαγνητικά πεδία και οραματίζομαι ένα μέλλον καταστροφής που λαμποκοπά μαζί με μια φέτα λεμόνι ψιλοκομμένη σε ένα ποτήρι τζιν.

https://www.youtube.com/watch?v=a0hFZPvanMs

Τρίτη, Ιουνίου 21, 2016

JuNe FoOtAgE


Ιούνιος. Χωρίς ιώδιο ,αλάτι και φρούτα. Σαν άδειο δωμάτιο. Οι σκιές στους τοίχους το βράδυ παραμένουν σταθερές. Περπατάω ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα. Καμία ευχαρίστηση. Σαν άδειο σαρκίο περιφέρομαι. Σαν τσάντα που κάποιος αναποδογύρισε και πέσαν όλα τα πράγματα κάτω. Αφιλόξενο τοπίο η ζωή μου. Μπορεί να φταίει η  περίοδος της κρίσης που μας αλατοπιπερώνει  πρωί, μεσημέρι βράδυ, μπορεί και η ηλικία. Μπορεί που ο κόσμος έγινε μια εικόνα ψηφιακή. Ένα περίεργο μωσαϊκό με like hashtags και ανόητα στίκερς. Δεν αναγνωρίζω τίποτα πια. Λίγες  μόνο γεύσεις,  τις ημέρες της εβδομάδας και μια νοσταλγία για τους μήνες. Η μνήμη μου εξασθενεί σα να ζει σε λαβύρινθο. Ωστόσο έγινα θεία ξαπλωμένη σε μια αίθουσα αναμονής ενός μαιευτηρίου κοντά στα ξημερώματα. Έτσι λένε τα πρακτικά του μήνα αυτού. Ζευγάρια που κρατάν τα μωρά τους και φιλιούνται. Μαμάδες με δάκρυα στα μάτια. Τσιρίδες και γέλια. Παρατηρώ σχολαστικά. Τσιμπάω τον εαυτό μου να νιώσω. Ανοίγω διάπλατα τα μάτια μου μέχρι να τσούξουν. Τίποτα. Μέσα μου έχω την αίσθηση πως όσους αχινούς κι αν πατήσω,  όσα γυαλιά κι αν καταπιώ δεν θα νιώσω το παραμικρό. Όμως τα πρακτικά λένε ότι κάτι θα αλλάξει. Το περιμένω  ακούνητη, μαρμαρωμένη με εκείνο το αβλέφαρο βλέμμα των αγαλμάτων. Τριήμερο του Αγίου Πνεύματος. Μικρή διακοπή για διαφημίσεις. Στο καμίνι της Ύδρας σαν σε μια άλλη κόλαση ψάχνω να βρω όσους έχασα. Μαζί και μένα. Αδιάφορη πανσέληνος .Αγκομαχώ σε ασβεστωμένα στενά γεμάτα καβαλίνες και υγρασία. Κατσαρίδες ιπτάμενες διαγράφουν  νέες  πορείες πάνω από το κεφάλι μου. Καμιά αντίδραση. Από κάτω  το λιμάνι της Ύδρας ακίνητο. Δεν φυσάει καθόλου. Βρεγμένα μαλλιά μέχρι την πλάτη. Σταγόνες ιδρώτα σε όλο το σώμα. Η θάλασσα κακοφορμισμένη και οι επισκέπτες του νησιού ένα ατελείωτο copy paste.Ιούνιος. Θυμάμαι πως κάποτε ήθελα ένα ακρογιάλι, μια ψάθα, ένα καλάμι να ψαρεύω και το κορμί σου ηλιοκαμένο να φιλάω τις  νύχτες κάτω από τα άστρα. Τώρα δεν θέλω ούτε αυτά. Ιούνης στα τελειώματα. Στο ταξί ώρα προχωρημένη μετά από  έξοδο ακούω το τραγούδι του Γούναρη «Ο κόσμος άλλαξε άλλαξαν οι καιροί» και ξαφνικά ένα τιτάνιο σφίξιμο με πιάνει στο μέρος του λαιμού. Ανοίγω το παράθυρο να πάρω αέρα. Νιώθω κάτι. Ασφυξία μέχρι τις γάμπες. Ο ταξιτζής  λες και το κάνει επίτηδες το δυναμώνει, ένα ζεστό υγρό εμφανίζεται στις κόχες των ματιών μου «Ζητάς αξέχαστες βραδιές/που για μι’ αγάπη ξενυχτούσαν/και των ανθρώπων οι καρδιές/μόνο για έρωτα μιλούσαν/Ο κόσμος άλλαξε αλλάξαν οι καιροί/πέρασαν χάθηκαν τα όμορφα τα χρόνια/αγάπη γνήσια ζητάς με το κερί/δεν τραγουδάνε τώρα κάτω απ’ τα μπαλκόνια/Ο κόσμος άλλαξε αλλάξαν οι καιροί/είν’ όλα ψεύτικα κι’ ας φαίνονται αλήθεια/ο κόσμος άλλαξε αλλάξαν οι καιροί /  αγάπες βρίσκεις μοναχά στα παραμύθια»

Παρασκευή, Μαΐου 13, 2016

mAy FoOtAgE


Απάθεια. Θηλυκό μόνο στον ενικό. Στις διαδρομές που κάνω από το σπίτι στη δουλειά και τούμπαλιν βλέπω μόνο πατημένες γάτες. Γυρνώ το κεφάλι δεξιά. Παλιά έκλαιγα. Τώρα απλά γυρνάω το κεφάλι. Κοιτώ αλλού. Το ξεχνάω .Έτσι πρέπει. Φοράω ρούχα ακανόνιστα, όπως να ναι , ότι να ναι, σα να μην ντύνω εμένα αλλά έναν βαρεμένο ψηφιακό χαρακτήρα ενός άγνωστου μελλοντικού παιχνιδιού. Είναι και αυτή η αντικανονικότητα του καιρού που με έχει κάνει απαθή. Δεν έχουν πια σημασία οι μήνες, ούτε οι εποχές. Σκόνη κίτρινη. Ανασαίνω μέσα από την μπλούζα μου. Δεν βλέπω τίποτα μπροστά μου, ούτε δίπλα μου. Έρημος βαθυστόχαστη και στο τέλος του οπτικού μου πεδίου ίσως μια υποτιθέμενη αχνιστή Αφρική με δικιά μου γεωγραφία. Μνημόνια και πολιτικές παρατάξεις που μόνο ανευρύσματα προσφέρουν και ένας κόσμος που εύκολα τον κατέστρεφα με ένα κουμπί. Έχω την εντύπωση πως δεν τα πάω καθόλου καλά με τα συστήματα γιατί είμαι άτομο που σκέφτεται με τον δικό του τρόπο. Όταν οι κανόνες του συστήματος έρθουν σε αντιπαράθεση με τους προσωπικούς μου κανόνες, θα προτιμήσω φυσικά τους δικούς μου. Το κουμπί της καταστροφής και το κεφάλι να κοιτά αλλού. Δεν ξέρω αν περιμένω κάτι να συμβεί η αν θα συμβεί χωρίς να το περιμένω πάντως τα βράδια μια μακρόσυρτη και υπομονετική ταχυκαρδία με ξυπνάει. Δεν απαιτεί, δεν ιντριγκάρει, απλά με ξυπνάει κάνοντας με να γυρίσω το κεφάλι αλλού και να συνεχίσω εκείνον τον φαρδύ ύπνο. Απάθεια. Δεν έχω να γράψω και πολλά πέρα από αυτά εδώ τα λίγα. Δικές μου περικοπές λέξεων. Δεν ξέρω αν θα με συγκινήσει κάτι ξανά κι ούτε με απασχολεί και τόσο. Ακολουθώ σαν τις πεταλούδες το φως μηχανικά. Βλέπω τον ουρανό γαλανό την θάλασσα ασορτί του χωρίς να νοιώθω κάτι. Ακολουθώ την φυσική διαδικασία των πραγμάτων και όπου με βγάλει. Κάποιες φορές χαμογελάω και νοιώθω καλά γιατί σκέφτομαι ότι αυτοί που φύγανε χάσανε αυτό που έχει συμβεί. Και αυτό που έχει συμβεί είναι να είμαστε εμείς οι τυχοδιώκτες .Τυχοδιώκτες στην ίδια μας την χώρα. Μαγικός ρεαλισμός. Χτυπάει το κουδουνάκι του messenger. Την τελευταία φορά που γύρισα το κεφάλι μου ευθεία και κοίταξα κάτι ήταν εκείνο το μήνυμα που μου έστειλες από τον μακρινό Βορρά. Μιλούσε για ένα θαλασσί καλοκαίρι, για κάποιο μοχίτο αιωρούμενο, και κάτι διευθύνσεις ηλεκτρονικές που σε έβγαζαν σε περιστερώνες γεμάτους λευκό φως και διπλά κρεβάτια. Και το μόνο που με ένοιαξε για μια μικρή στιγμή ήταν εκείνο το μαζί αλατισμένο και καμένο από το βυσσινί ιώδιο και η μεγάλη μεσημεριανή ησυχία των αμμουδερών σου σκέψεων. Θα ξελασπώσεις το μέλλον και θα μου φτιάχνεις μετά το απογευματινό σου τσιγάρο μικρά δαχτυλίδια από μονοσύλλαβες λέξεις και γω θα βάζω τις τελείες στο σώμα σου που θα μοιάζουν με μικρές κόκκινες ελίτσες ή σημάδια από τα τσιμπούρια των άστρων.

Δικό μου μεσημέρι. Μάιος. Αθήνα ακόμα. Τα λεφτά τελειώνουν. Το φως αστείρευτο. Διαδρομές με πατημένες γάτες. Τα δέντρα πράσινα. Ιούνιος, Ιούλιος. Εσύ. Ακόμα και σε αυτές τις αποχρώσεις της συντέλειας τα πάντα ακολουθούν μια φυσική διαδικασία. Γυρνώ αλλού το κεφάλι. Έτσι πρέπει.

Πέμπτη, Μαρτίου 24, 2016

mArCh FoOtAgE


Είναι όλα τόσο μπερδεμένα σαν τα κομπιασμένα μου μαλλιά κάθε πρωί. Είναι ο ύπνος σαν μεγάλη σπηλιά με συμβάντα ανήκουστα. Κάποιοι τα λένε όνειρα, άλλοι αποσπάσματα ολόκληρα από ζωές αλλοτινές. Είναι οι μέρες αδιάφορες  με μια χροιά απαράλλακτη με την προχθεσινή. Οι ώρες  μια πίσω μια μπρος ατέρμονα εκνευριστικές, σπρώχνουν όλους τους κομήτες ακόμα παραπέρα. Το φως αιχμηρό μου αφήνει  μπρούσκες μελανιές. Βαρύ και ασήκωτο με περισσότερη από ποτέ πληροφορία. Ευτυχώς ελαφραίνω. Ευτυχώς αφαιρώ. Ήλιος ,θάλασσα, μυρωδιά ιωδίου, φλοίσβος που σκάει στα δάχτυλα των γυμνών μαυρισμένων ποδιών του, νεαρού τότε, πατέρα. Έρωτες κιτρινισμένοι, θαμμένοι σε όλα τα χώματα της γης ανάσκελα. Κορίτσια από μακρινούς γαλαξίες, μετανάστριες που γελάν σπασμωδικά, θα ναι δεν θα ναι 10 χρονών, κι άλλα πιο μεγάλα που παίζουν την μακριά γαϊδούρα. Κόσμοι κατεστραμμένοι σαν θρύμματα παξιμαδιού στην αριστερή παλάμη μου. Με το βλέμμα στραμμένο στην Ανδρομέδα καταπίνω τα πηχτά φλέματα αυτού του κόσμου. Δεν αγαπώ κανέναν πια γιατί μου λείπει η ουσία από τα πάντα και μόνο μια μικρή διάψευση, σαν διαμάντι στο λαιμό ωραίας γυναίκας, λαμποκοπά. Φτιάχνω ένα μικρό ατελιέ μπας και χώσω ότι από κόσμο μου περίσσεψε. Από κόσμο παλιό, όχι μπαγιάτικο, παλιό που αντιφεγγίζει σε μια δικιά μου ερημιά. Πήρα πινέλα, μπογιές καβαλέτα, κάρβουνα και μολύβια σχεδίου. Πήρα όπλα δηλαδή .Όπλα για να σκοτώσω  αυτόν εδώ. Με μια σφαίρα στο μέτωπο και μπόλικο ακρυλικό. Τραβάω γραμμές στην τύχη. Τις τραβάω  όσο πιο μακριά μπορώ. Μια ακουμπούν το περίγειο, μια τα ψυχρά χώματα της σελήνης. Κάνω ανθρώπους χωρίς περιγράμματα με μπερδεμένα τα χαρακτηριστικά. Περπατούν σε φόντο παστέλ .Εκεί που σύνορα δεν χωρούν. Φτιάχνω έναν κόσμο νέο με άλλα χρώματα στα μαλλιά, ρούχα περίεργα και μαντήλες μακριές  που ακουμπούν στην γη και σβήνουν τα ίχνη από τα χώματα. Φτιάχνω δέντρα, δέντρα χωρίς ρίζες και χωρίς καρπούς. Κυπαρίσσια γαλάζια και ψάρια κόκκινα σε κίτρινα λασπωμένα νερά. Και όταν κοιτώ τι έφτιαξα βλέπω τον ίδιο κόσμο που προσπαθώ  να αποφύγω. Και εκεί είναι που ξυπνώ μια μέρα με τα ίδια κομπιασμένα μαλλιά, χαιρετάω την μάνα μου και φεύγω. Φεύγω περιμένοντας πίσω από ατελείωτες ουρές μεταναστών. Περιμένοντας ζωσμένη με πολύχρωμα ακρυλικά  να ανοίξουν τα δικά μου σύνορα. Λαχταρώντας  ένα τεράστιο ωστικό κύμα που θα με ξαναβγάλει σε μια παλιά στεριά γεμάτη ανθρώπους.