Σάββατο, Απριλίου 14, 2018

ApRil FoOtAgE




Καλοκαίριασε για λίγο και η χαρά μεγάλη που ξεφορτώθηκα χιλιάδες ρούχα και μπουφάν από πάνω μου. Που ξεφορτώθηκα εσένα από μέσα μου με μια 7ημερη αντιβίωση με γεύση φράουλας. Έστεκες δίπλα στα πνευμόνια  μου σαν ένα τεράστιο κίτρινο μικρόβιο σε μορφή κρέμας καραμελέ  και κάθε νύχτα με έκανες να ιδρώνω και να ξενυχτάω, βήχοντας και ανασαίνοντας κοφτά. Σε ξεφορτώθηκα μαζί με τον ζαλισμένο  μου χειμώνα που ξεροστάλιαζε για λίγη υγρασία στο πίσω μέρος του ηλεκτρισμένου μου κρανίου. Το μόνο που έμεινε να αχνοφέγγει είναι η μικρή άρκτος που σχηματίζουν οι ελιές σου στο δεξί σου μπράτσο και μια φέτα αγγούρι στο τελειωμένο μου ποτό.

Καλοκαίριασε για λίγες μέρες και η χαρά μεγάλη για αυτό το κάψιμο που θα έρθει  όπου να ναι να μας βρει. Πύραυλοι πάνω από το κεφάλι μου, υποψία θανάτου, πτώματα εδώ κι εκεί σαν κορμοί κομμένων δέντρων, αρρώστιες,φτώχια,αδυναμία συγκέντρωσης, έλλειψη αγάπης, μοναξιές σαν τεράστιοι ιστοί αράχνης,κι ένας  πυρετός που αναβοσβήνει μέσα μου και ξερυθμίζει όλα όσα συνήθισα να είμαι. Καλοκαίριασε για τρεις μέρες και ακόμα να έρθουν  τα πράγματα στην θέση τους. Μια αραίωση μου επιτρέπει να μετεωρίζομαι τις μέρες σαν μικρό οζίδιο και να βυθίζομαι τις νύχτες σαν αποσυντεθειμένο κουφάρι μη ξέροντας αν θα ξυπνήσω το επόμενο πρωί. Κι αν ξυπνήσω,με ποια μορφή θα ξυπνήσω;Πόση απώλεια θα έχω,πόσο πόνο στο σώμα;

Καλοκαίριασε και δεν έχω κανέναν να το ζήσω.Κι έτσι μαζί με το μικρό μου το γατί καθόμαστε και πάλι οι δυο μας σε εκείνη την τεράστια βεράντα αγκαλιά, κάτω από τα  αγριεμένα και παρατημένα μου  φυτά και σιωπηλές αφήνουμε τον ήλιο να μας κάψει. Επιτρέπουμε αυτή την μικρή καταστροφή να μας συμβεί,  μιας και γλυτώσαμε από άλλες μεγαλύτερες με μόνο δυο τρεις βαθιές ουλές.Κι έτσι το σώμα γεμίζει και πάλι φως και εκείνο το χαλασμένο φωτοστέφανο αρχίζει και παίρνει μπρος και μια, μία,όλες οι ηλεκτρισμένες αρτηρίες ξεκινάνε και πάλι να δουλεύουν από την αρχή. Ίσως σωθούμε και αυτή την φορά. Ίσως όχι. Προς το παρόν οι δυο μας καίμε ότι πολύτιμο έχουμε κάτω από την απελπισία του φωτός που βιάστηκε να καλοκαιριάσει τον Απρίλη.
Ένα αεροπλάνο πετάει με δύναμη πάνω από το κεφάλι μου.Εύχομαι να μου το κόψει. Το ξανακοιτώ . Άραγε μπορεί να σε φέρνει; Για μισό λεπτό,ας περιμένω. 

Άραγε αληθεύει  ότι η ζωή είναι ωραία;

Παρασκευή, Μαρτίου 16, 2018

mArCh FoOtAgE



Πρωί Σαββάτου, οι αραιές νεφώσεις πυκνώνουν και η σκόνη δίνει το παρόν από πάνω μας. Μάρτης μήνας και μια από τα ίδια. Λαιμός που γδέρνει και φτάνει η ενόχληση μέχρι την καρδιά, βήχας, χαρτομάντιλα στο κομοδίνο, δυσκολία στην κατάποση, στην ανάγνωση, στην επικοινωνία, στο παρακάτω. Ένας μυς στέκει τεντωμένος πίσω στην ωμοπλάτη, στην θέση που κάποτε ήταν τα φτερά και με τραβά. Με τραβά με τόση δύναμη που είμαι σίγουρη πως θα με ξηλώσει. Και σκέφτομαι: Επιτέλους.
Δεν υπάρχει πρωινό που να μην έχω σηκωθεί με κάποιο πόνο. Δεν υπάρχει πρωινό που να μην έχω σκεφτεί πως ο δικός μου κόσμος όπως τον θυμάμαι, βγαίνοντας από τις φυλλωσιές του στην μεγάλη λεωφόρο, δεν υπάρχει πουθενά, οι δικοί μου πρόγονοι λιώνουν σαν καραμέλα σε τελευταίο στάδιο ευχαρίστησης στον ουρανίσκο. Γίνονται όλο και πιο λίγοι, όλο και πιο λιγοστοί, όλο και πιο μακρινοί. Κοντεύουν άστρα. Και μένω εγώ, που ακόμα αναρωτιέμαι αν αξίζει αυτή η ζωή. Αυτό το απόβρασμα που λεκιάζει συνεχώς, ότι πιο καθαρό φύλαξα στην φόδρα της ψυχής μου. Ξέρετε τι είναι ψυχή ε;

Αττική οδός. Τούνελ με ανοιχτά  στόματα με καταπίνουν καθημερινά. Ο εκφωνητής στο δελτίο καιρού λέει κάτι για λασποβροχές και νοτιάδες έως και 9 Μποφώρ. Και; Εγώ, φίλε μου καλέ που εκφωνείς ότι σου λένε, στον ύπνο μου βλέπω συχνά το ίδιο όνειρο. Είμαι σπίτι μου, στο μεγάλο σαλόνι, είναι μέρα και έξω υπάρχουν δύο μεγάλοι ανεμοστρόβιλοι όπως αυτοί που βλέπουμε στις Αμερικάνικες ταινίες. Έρχονται από την μεριά της Αίγινας κυκλικά και φτάνουν στην πόλη. Πέφτουν σπίτια, δέντρα, σκόνη παντού. Η θάλασσα πετάγεται μέχρι την περιοχή μου και όλα τα τζάμια σπάνε στο σαλόνι. Και γω είμαι κάτω από μια ροτόντα και ουρλιάζω. Στο σπίτι δεν έχω όμως καμία ροτόντα. Ίσως είναι καιρός να πάρω, για να μπω εκείνη την στιγμή από κάτω να ουρλιάζω.

Περασμένες δυο. Περασμένες ζωές. Σε ένα δωμάτιο με μια κόκκινη λάμπα κάπου μακριά από αυτή την χώρα ένα αγόρι ανασαίνει. Ξαπλωμένο ανάσκελα στηρίζει όλη του την ύπαρξη σε εκείνη την φαρδιά τετράγωνη πλάτη που δεν θα μπορέσω να ακουμπήσω ποτέ. Γατί το κόκκινο χρώμα του δωματίου του μοιάζει με αίμα και το αίμα δηλώνει συγγένεια και η συγγένεια δεν έχει έρωτες στα κενά της πεδία. Όλη μας η ζωή μια απαγόρευση. Η εναλλακτική μας ένα ρίσκο.
Και κάπως έτσι, στα σκοτεινά, με μια μάσκα οξυγόνου, λίγο σκόνη στα παπούτσια και την μυρωδιά των λεμονανθών στη διαπασών πάμε στους τελευταίους χαιρετισμούς χωρίς κανείς να μας δίνει σημασία. Και μετά η βουβή Παρασκευή, και μετά εσύ και γω σε ένα αυτοκίνητο και μια εκδρομή, και όλος αυτός ο κόσμος που ζει μέσα από μας, δίπλα σε μας, μακριά από μας. Πάμε γενικώς και όπου βγει. Έτσι κι αλλιώς η διαδρομή  όλο και μικραίνει μπροστά μου. Ας το κάνουμε σύντομο αλλά ας το κάνουμε να αξίζει.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 04, 2018

jAnUaRy FoOtAgE


Όπως κάθε άνθρωπος έχω και γω και σέρνω  τις νεραΐδες μου. Η μία γράφει , η άλλη ζωγραφίζει και η άλλη πίνει, πάντα πίσω από φαρδιές πλάτες στιβαρά φωτισμένες. Κάτι μυστήριες γυναίκες που με τα χρόνια κοντεύουν να γίνουν ξέφτια. Ξέφτι και γω με μάτια λοξά και μαλλιά αχτένιστα όπως εκείνοι εκεί οι φοίνικες στην παραλιακή. Είμαστε όλοι απλά σωματίδια, κάπου άκουσα. Επιπλέουμε εδώ κι εκεί, αιωρούμαστε στο χώρο και κανείς δεν ξέρει που βρισκόμαστε. Και μετά μια στο τόσο γίνεται το μπαμ. Συγκρουόμαστε και ξαφνικά για ίσως ένα λεπτό είμαστε πραγματικοί και μετά αρχίζουμε ξανά να επιπλέουμε σα να μην υπήρξαμε καν. Κάποτε πίστευα πως σημαίνουν κάτι αυτές οι συγκρούσεις.  Τώρα όχι.
Ημέρες άδειας κι έτσι όπως κάθομαι σιωπηλή με την φωτιά του τζακιού απέναντι  βλέπω τις στρογγυλάδες  του 18 σαν δυο τεράστιες ρόδες του χάμστερ που δεν πρόκειται  να μας πάνε πουθενά. Έπειτα όμως με βλέπω να τις σπάω στην μέση, να τις φοράω βραχιόλια στον καρπό και να μιλώ  σα να μην τρέχει τίποτα για τα μάτια του διπλανού μου, καθώς οι μέρες πάνε να μεγαλώσουν  και κάποια γκλίτερ αισιοδοξίας με πιτσιλάνε. Σα να ευωδίασε θυμίαμα το Σαββατόβραδο. Κάποτε πίστευα σε μένα. Τώρα πια όχι.
Θερινές παρεμβάσεις, σαν χαστούκια δυνατά. Μνήμες παιδικές σκόρπιες με άρωμα λεμόνι. Ο τόπος που κατοίκησα και αγάπησα περισσότερο, η παιδική μου ηλικία, πέθανε από το δάγκωμα του μαύρου Σκορπιού. Και να εδώ σε αυτόν τον γκρεμό της τωρινής μου ζωής ακροβατώ με χάρη, συγκλονιστικά ανέμελη προσδοκώντας το τέλος των σχέσεων. Κάποτε πίστευα στα νέα ξεκινήματα. Τώρα πια όχι.
Τι μας περιμένει κανείς δεν το ξέρει. Ξυπνάμε όπως οι μεθυσμένοι στα κράσπεδα της νύχτας. Υπάρχει ένα βαθύ μπλε μεστωμένης άνοιξης στον ουρανό του Γενάρη κι ένα φως μεγαλύτερο κι από τον ήλιο. Τραβάω όλες τις κουρτίνες. Κουμπώνω καλά την ζακέτα. Στις ανατολικές παραλίες τα άγρια κύματα λένε για όλες τις καταιγίδες που περάσανε, που περάσαμε που θα έρθουν να μας βρουν. Κάποτε πίστευα πως είμαι από αλλού φερμένη  και  οι δυνάμεις μου ήταν ανέκαθεν  υπερφυσικές. Πως θα μπορούσα να σώσω, όσους αγαπώ από όλες τις κακοτοπιές και τις καταστροφές που γευμάτιζαν μαζί μας. Πως ούτε γω θα κατέβαινα από το Σταυρό μου προκειμένου να σωθώ. Τώρα πια όχι.

Ο σταυρός μου είναι άδειος και γω χαμένη μαζί με τα μικρά μου σωματίδια σε άγρια βάθη. Στριφογυρνώ σε μια πορτοκαλί ηλεκτρισμένη σύγκρουση. Καλή χρονιά σας.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 04, 2017

dEcEmBeR FoOtAge

Κάθε χρόνο απομακρύνομαι όλο και πιο πολύ από τα πράγματα που επιθυμώ. Από τα πράγματα που με έκαναν αυτό που είμαι. Από το κέντρο μου. Ίσως να φταίει που το σύμπαν διαστέλλεται.
Το βλέμμα μου είναι μονίμως κολλημένο στα σύννεφα και αποζητώ ένα χρονικό ξέφωτο να  περισσεύει από τον ελάχιστο προσωπικό μου χρόνο για να μπορώ να κάτσω να τα δω με ηρεμία. Να κάτσω να τα δω με ηρεμία, σε μια κοντινή ή μακρινή ακτή, σε ένα τρίστρατο στην μέση του πουθενά όπως αυτά που έχουν οι επαρχιακοί δρόμοι, σε ένα παγκάκι ξύλινο παλιάς κοπής, σε μια σκάλα μαρμάρινη  ή μη, στην πιλοτή μιας πολυκατοικίας, σε έναν  πρωινό ή απογευματινό περίπατο. Θέλω να χαζεύω τον ουρανό για ώρες. Για μέρες, για μια ολόκληρη χρονιά χωρίς κανείς να με ακουμπήσει ή να διασπάσει την προσοχή μου. Και καθώς θα τον χαζεύω μέσα μου θα ανασυντίθεται ότι επιθυμώ και θα έρχεται κοντά μου. Και θα με φτιάξει πάλι από την αρχή κομμάτι κομμάτι σε αυτό που ήμουν. Σε αυτό που μου έχει συμβεί.
Υπάρχει μια  γεύση νοσταλγίας μέσα μου που με κάνει και διψάω για κάτι ακαθόριστο. Για κάτι που παλεύω χρόνια να συναντήσω. Κάτι εντελώς εξωπλανητικό. Μου λείπουν οι δακτύλιοι του Κρόνου, ιδίως ο F, οι βραχώδεις περιοχές, το βαθύ μπλε του πάγου, οι μεγάλες καταιγίδες  και ίσως, ίσως κι εκείνη η μακρινή  μαύρη τρύπα που ζει στο κέντρο του Γαλαξία μας, με την σχετικά χαμηλή της «όρεξη». Κουράστηκα να ζω εδώ. Κουράστηκα να ακούω πως όλα φθίνουν. Πως όλοι μάζεψαν αντί για ήλιο και χρυσό, χιλιάδες κύτταρα καρκίνου και  τα πολεμούν  με αμέτρητες  χημειοθεραπείες. Ποιος έχει σειρά; Και αλήθεια τώρα, όλα έχουν ξανασυμβεί και ξαναϊδωθεί και ξαναειπωθεί και  πέρα από λίγο  μολυσμένο μπλε δεν έχει τίποτε άλλο μείνει να θαυμάσεις. Και ότι έμεινε σε λίγο θα χαθεί και  αυτό μαζί μας. Και αν σας φαίνονται μαύρα και τραγικά είναι γιατί ζείτε σε έναν κόσμο πίσω από τον καθρέφτη σας. Είναι γιατί είσαστε όλοι από δω. Ανήκετε εδώ σε μια κοινή αγέλη που την πάνε και την φέρνουν αυτοί που μπορούν με τα μέσα που μπορούν και σεις ακολουθείτε. Αναγνωρίζετε ο ένας τον άλλον γιατί έχετε κοινά χαρακτηριστικά. Εγώ όμως είμαι έξω από αυτήν και λυπάμαι που σας τσαντίζω. Αλλά είμαι έξω από αυτήν. Με όποιο τίμημα. Έξω από αυτήν.
Βράδυ  Κυριακής. Στο λαπ τοπ μου βάζω sci fi ταινίες και η νοσταλγία περιορίζεται. Έχω 3 δωμάτια και ένα τεράστιο σαλόνι για μένα και την γάτα μου. Ένα κόκκινο αυτοκίνητο σαν μικρό αιμάτωμα χωρίς κανέναν στην θέση του συνοδηγού.Έξω από αυτήν. Με όποιο τίμημα. 

Κάθε νύχτα κλειδώνω τους  λύκους έξω από την πόρτα μου και κάθε πρωί κρατάω την αναπνοή μου μην είναι ακόμα εκεί και μου χιμήξουν.