Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2015

JuNe FoOtAgE

Αφήνω χαρτάκια στον εαυτό μου, να μην ξεχάσω, γιατί συνέχεια ξεχνώ. Με διατάζω με γράμματα που μοιάζουν σαν μπερδεμένα κορδόνια,  να ποτίσω τα λουλούδια το βράδυ , να κατεβάσω τις τέντες,να πάρω χυμούς και φαί στην Μιλού. Υπάρχει μια αναμπουμπούλα στην χώρα. Μέσα ή έξω από την ευρωζώνη, κόσμος αχώνευτος  με ξεπλυμένα χρώματα στις μακό του μπλούζες  συγκεντρώνεται για άλλη μια φορά στο αιθαλές Σύνταγμα, καθώς εγώ τον αποφεύγω κρυμμένη στο Ηρώδειο ακούγοντας  την Τόσκα να τσιρίζει. Ένας σερνάμενος ηλεκτρισμός ακουμπάει τα μάρμαρα. Ίσως και λίγο την θυγατρική  της καρδιάς μου. Υπάρχει μια αναμπουμπούλα και στο ουράνιο μπλε. Σύννεφα σκούρα, γεμάτα θυμό  μας ποτίζουν συχνά με αφηρημένες βροχές μα ακόμα να ανθίσουμε.Την κατάπιαμε αμάσητη την άνοιξη αυτή. Μέσα ή έξω από το καλοκαίρι; Κανείς δεν αποφασίζει πια. Τρώω  μπεζέδες και πίνω παγωμένα νερά, να κάτσει η ζάχαρη στα δόντια, να κρυσταλλωθεί, σαν εκείνα τα παλιά καλοκαίρια μέσα μου. Από τον πίσω ακάλυπτο κάποιος καίει χόρτα. Η μυρωδιά του με μικραίνει τριάντα δεκαετίες. Ματώνει η μύτη μου και η βραχνάδα από την φωνή, της τότε νέας  μου μαμάς, τρυπάει  τα αυτιά μου. «Σήκωσε τα πόδια σου ψηλά, μαζί και το αριστερό σου χέρι, σαν να δείχνεις τα άστρα, έτσι θα σταματήσει το αίμα μοναχά». Και ξαφνικά το ιώδιο της μνήμης. Τα κύματα στην άμμο περά δώθε. Και γω πουθενά. Η θάλασσα μακριά μου αναστενάζει. Τα άκρα μου ακόμα λευκά. Σαν τους μπεζέδες στο κουτί. Καμία επαφή με το ιώδιο, καμιά ξεραμένη πάνω μου αλμύρα. Πρώτη φορά έτσι, πρώτη φορά τόσο. Τόσο πολύ μακριά από αυτήν.But who cares? Ο κόσμος ανάβει τα φώτα του πάνω μου και με τυφλώνει.Βράδυ πρωί με φώτα αναμμένα πέφτει πάνω μου χωρίς μπαρντόν ή συγγνώμη. Ξέρει μόνο να ζητά και να με αφήνει.Να κοιτάει  με προστυχιά και να  γλύφει την πάρτη του όπως οι γάτες τα πόδια και την ράχη τους. Φοβάμαι πως αρχίζω και τους μισώ. Τους αποστρέφομαι γιατί δεν είναι άνθρωποι πια και δεν πρέπει να καταλάβουν ότι το ξέρω. Κανείς δεν είναι άνθρωπος πια. Δεν ξέρω τι είναι. Ξέρω μόνο πως άρχισε να  ματώνει η μύτη μου ξανά όταν τους συναντώ για αυτό τους αποφεύγω. Βραδιάζει αργά, ταΐζω τις γάτες της γειτονιάς μου και νιώθω πάλι μέσα μου καλά. Και ευγνώμων, κι  ας έχω τον Ιούνιο  στα τελευταία του χωρίς μια θάλασσα να με ξενυχτά. Έχω εσένα και μένα. Έχω εμάς.
Ξημέρωσε. Ο ήλιος παλαβωμένος  τρυπάει το στέρνο μου μέσα από τις γρίλιες κάθε πρωί μα δεν ουρλιάζω. Απλά ανοίγω έντρομη τα μάτια μου γυρνώντας του πλευρό. Συνεχίζει αμείλικτος όπως και η ζωή. Τρυπάει  με εκείνη την μικρή ηλιαχτίδα την λευκή μου ωμοπλάτη  και φτάνει μέχρι την οροσειρά της σπονδυλικής μου στήλης. Με πονάει, με καίει, με κάνει να ιδρώνω πάνω στα λευκά ατσαλάκωτα σεντόνια μου χωρίς κλάμα. Βουβά. Λένε πως  μπορεί  ο κόσμος να είναι κωμωδία για όσους σκέφτονται και  τραγωδία για όσους νιώθουν  και χωρίς να ξέρω που ανήκω  θα ήθελα να  πω μονάχα πως η μύτη μου ματώνει ακόμα κάποια πρωινά και αντί να θυμάμαι την συμβουλή της  μαμάς να δείχνω τα άστρα κάθομαι στα γόνατα και παρακαλώ. Παρακαλώ τον κόσμο να σβήσει τα φώτα του.

Δευτέρα, Μαΐου 11, 2015

CoRoNa BoReALiS


Μεγάλωσα με τον Corona borealis στο βλέμμα. Ενηλικιώθηκα στο μπούστο της νύχτας, κάτω από θερινά σινεμά μαζί του με παλιές ταινίες του 60. Μέθυσα με όλο το αλκοόλ που μου πρόσφεραν σε νυσταγμένα πανηγύρια νησιών μπερδεύοντας την Αριάδνη με την Elizabeth Taylor μη ξέροντας ακόμα για την ουλή του έρωτα. Αντάλλαξα φιλιά εφηβικά κάτω από το βλέμμα του, τραγουδώντας γύρω από αναμμένες φωτιές σε παραλίες με θάλασσα σαν μελάνι και καύκαλα σουπιάς. Αδίκησα τον εαυτό μου, ούσα πολύ αυστηρή, σε κάθε νέο μου ξεκίνημα. Πήγα ταξίδια μαζί του με όλα τα μέσα, σε όλες τις νύχτες της Ευρώπης. Γύρισα αγκαζέ με εκείνη την κορόνα όλα τα νησιά της πατρίδας μου,  περιμένοντας τις μπλε ώρες να ρθουν για να ανατείλει. Σχεδόν τον άγγιξα στις κορυφές των πιο ψηλών βουνών, με αποτέλεσμα μια Αυγουστιάτικη νύχτα να χάσω σε δυο δάχτυλα τα δαχτυλικά αποτυπώματα μου. Έγραψα στα ημερολόγια μου για αυτόν σαν να ήταν εραστής μου, τον παρατήρησα με φίλους μόνη ή σε γιορτές όλα τα απύθμενα καλοκαίρια της ζωής μου. Βγάζοντας λοιπόν την τρίτη λευκή τρίχα στα μαλλιά μου και μετά από τρομερές πιέσεις και αλλαγές στην στενάχωρη καθημερινότητα μου, είχα την ανάγκη να κοιτάξω και πάλι ψηλά. Να δημιουργήσω μια λαμπηδόνα, μια ελπίδα που θα με έκανε να αλλάξω την οπτική στο βλέμμα μου. Είχα την ανάγκη να φτιάξω τον αστερισμό που τόσο αγάπησα για να μπορώ να τον χαζεύω. Να τον καρφιτσώσω στο δωμάτιο μου ή οπουδήποτε αλλού για να μπορώ να σηκώνω τα μάτια μου ψηλά και πάλι ακόμα και τις πιο σκούρες  νύχτες. Να τον κρεμάσω όπως κρεμάει κανείς τα σκουλαρίκια του ή τα καινούργια του φωτιστικά. Είχα ανάγκη από μια κορώνα που δεν μου την έδινε κανείς. Κι έτσι έφερα συμβολικά  τα 6 πιο λαμπερά αστέρια του, μέσα από την δική μου οπτική, κοντά σας.



Έκθεση Κολάζ
της
Άννας Δημητρίου

 “CORONA BOREALIS

28 Μαΐου έως 10 Ιουνίου 2015

Βρυσάκι, Χώρος Τέχνης & Δράσης


Βρυσακίου 17, ΠλάκαΣυμμετοχή: Τίτα Μπονάτσου
                                 
Επιμέλεια έκθεσης: Άννα Χασανάκου

Εγκαίνια: Πέμπτη 28 Μαΐου, στις 19.30

Διάρκεια έκθεσης: 28 Μαΐου - 10 Ιουνίου 2015

Ώρες λειτουργίας: Καθημερινά, 11.00 - 20.00

Τρίτη, Απριλίου 28, 2015

ApRil FoOtAgE


Μενεξέδες, πανσέδες, γεράνια. Γλυτσίνες και γιασεμιά στα μαλλιά και στα αυτιά σαν σκουλαρίκια αλλοτινών καιρών. Μεγάλα ανθοφόρα τσαμπιά κρατημένα στις μακρόσυρτες βόλτες των μαβί απογευμάτων. Ιδρωμένες παλάμες μαζί με μικρά έντομα. Ανοιξιάτικα ρόδα στο χρώμα των πληγών κομμένα από κήπους που κανείς δεν παραφυλάει ούτε παίζει μέσα τους πια. Γρήγορος βηματισμός  και στο στόμα φυλλαράκια τσίχλας με γεύση δυόσμου και κανέλας. Στα σκουπίδια πεταμένα παραθυρόφυλλα και στρώματα από κρεβάτια παιδικά. Λέω απ έξω και σχεδόν ξέπνοα, δυο αράδες που έχω κάνει copy paste από κάπου, που πια δεν θυμάμαι. «Οι κορυφές των λόφων διαγράφονταν καθαρά στον ορίζοντα σαν κομμένος αμέθυστος. Ο αέρας είχε την περίεργη μυρωδιά σαπίλας του βάλτου, αλλά ήταν δροσερός σαν πελαγίσιος και είχε το πιο παράξενο αποτέλεσμα στην διάθεση μου: μ’ έκανε να νοιώσω πραγματικά ξέγνοιαστος.» Τα μάτια μου ξαφνικά γεμίζουν δάκρυα καθώς συνειδητοποιώ ότι όλα αυτά είναι ακόμα σε αυτή τη ζωή. Όλη αυτή η μνήμη όλες αυτές οι ρωγμές είναι από το τωρινό μου timeline.Και ολόκληρη αυτή η δύση με το σαπφείρινο μαβί που συνεχώς συμβαίνει και πιο αφοπλιστικά είναι η άγρια δύση ενός κόσμου μελλοντικού. Και οι σκιές μεγαλώνουν και με ακολουθούν και στις άλλες βόλτες, αυτές των ποδηλάτων, που η καρδιά χτυπάει πιο έντονα. Εκεί συναντώ μαμάδες με νεαρές παραφυάδες. Οι μαμάδες κοιτάν το ποδήλατο μου κι έπειτα εμένα πάνω του με μια μικρή κακία, και γω τα παιδιά τους και έπειτα τα χέρια τους που κρατούν το ένα το άλλο με έναν αόρατο ζυγό.
Στις βόλτες μου, τις νύχτες περνάω συχνά έξω από το σπίτι σου σα να κάνω ένα μεγάλο κατόρθωμα και βλέπω το φως του σαλονιού σου αναμμένο. Το αμάξι σου παρκαρισμένο πάντα στο σπίτι με τις γάτες και το μπαλκόνι σου άδειο από φυτά. Κοντοστέκομαι σε μαύρο φόντο στο παρκάκι για 2 πάντα λεπτά. Ένα κοφτό αεράκι σαν άγαρμπο παρατεταμένο φρενάρισμα με διαπερνά. Και να σε δω ξανά μην περιμένεις να σου μιλήσω. Δεν θα σου ξαναμιλήσω, το ξέρεις πια, μέχρι να μου ζητήσεις μια άγρια και βαθιά συγνώμη.
Εντωμεταξύ στον κόσμο κάνει μεγάλους σεισμούς, ψηλώνουν κι άλλο τα βουνά. Μεγάλους πολέμους που κάνουν τις βάρκες να αναποδογυρίζουν σαν κομμάτια βουτύρου γεμάτες πολύχρωμους μετανάστες. Στον κόσμο κάνει μεγάλες κοροϊδίες που μας καταργούν τα χρόνια μπροστά, μεγάλες απώλειες, ολόκληρα κομμάτια από το μέλλον ξεκολλάν μαζί με τους πάγους. Κι όλα αυτά όσο έξω η Άνοιξη τα σπάει. Όσο η απόλυτη ελευθερία μου κάνει τα σάλτα της. Μια κρυμμένη ειρωνεία με γρατζουνά. «Κύριε, Συγχώρεσέ με που δεν παντρεύτηκα (ξανά) και που σκέπτομαι μόνο τον εαυτό μου.»            
Στην κουζίνα βάζα γεμάτα λουλούδια κομμένα από τον δρόμο. Στα σπίτια ολόγυρα άνθρωποι με την πλάτη στον Υμηττό, με την πλάτη στο φεγγάρι παραμονεύουν στα μπαλκόνια. Περιμένω τα κεράσια του Μάη και τον Corona borealis μου. Αυτά προς το παρόν μου αρκούν.

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2015

mArCh FoOtAgE



Εδώ στο πάντα βρέχει, ονειρεύομαι την Άνοιξη, κάποιες ελάχιστες νύχτες που λίγο ο καιρός γλυκαίνει και τα πόδια μου στους περιπάτους ιδρώνουν μέσα στις χοντρές κάλτσες. Υγρασία. Τα οπορωφόρα της γειτονιάς ετοίμασαν νέα άνθη που ξεκίνησαν να ανοίγουν με μια φανερή καθυστέρηση.  Νηστίσιμα φαγητά μαζί με υγρασία και συνεχόμενες νεροποντές. Νεροποντές, ταραμοσαλάτα, ταχινένιος χαλβάς και κρασί. Νεροποντές, λαχανιασμένες ανάσες και παπούτσια με λάσπες. Νεροποντές με δυνατό αέρα και έντονα όνειρα χρώματος κοραλλί. Παντού βροχή και πλάι μου μια μικρή θερμοφόρα που αντικαθιστά το σώμα που λείπει. Κουράστηκα να μπαινοβγαίνω κρατώντας χαλασμένες ομπρέλες στα χέρια. Πρήστηκα από βροχή και υγρασία. Θέλω πίσω το κίτρινο ανελέητο φως.
Προχτές το βράδυ  σε άκουσα να κλαις και γέμισε νερόλακκους όλη η αυλή μου. Η μόνη ηλικία που υπάρχει με ήλιο είναι η παιδική. Αν θες μπορούμε να πάμε μια μέρα. Να μείνουμε.
Στην δουλειά κόβω ράβω εφημερίδες και χρωματιστά χαρτόνια σε κάθε import ή transcode. Συνθέτω νέους κόσμους με κύματα τριήρεις και ήλιους με σύννεφα ή χωρίς. Αεροπλάνα και πουλιά στο ίδιο μέγεθος και σπίτια με πολύχρωμα δέντρα. Τοπία καλοκαιρινά. Κόβω ράβω και κολλώ στους τοίχους μια προτεινόμενη θέα. Μια λασκαρισμένη φυγή. Υπάρχουν όλα τα μέσα για να το σκάσει κανείς. Κι όμως κανείς δεν δραπετεύει από κει. Πόση γοητεία μου ασκεί το ρήμα «δραπετεύω» μαζί και οι ίδιοι οι δραπέτες που μένουν μακριά από κοινωνικές επιταγές και ασφυκτικά φώτα, ζώντας μέσα σε κόγχες σκοτεινές που ενσυνείδητα δημιουργούν  και υπάρχουν. Μόνο βυθισμένος ή ιπτάμενος στον δικό του κόσμο μπορεί να επιβιώσει πια κανείς. Μόνο εκεί μπορεί κανείς να νιώσει ελεύθερος. Και για μένα αυτή την στιγμή ελευθερία μου φαίνεται να βρίσκεσαι στον  ολάνθιστο κήπο ενός πλακιώτικου σπιτιού έναν Απρίλη εκατό χρόνια πριν.
Βγαίνω από το πλάνο του Μάρτη υγρή, σκυφτή και αμήχανη. Κρατάω μια ώρα παραπάνω στα χέρια όπως κρατά κανείς έναν λαγό από τα αυτιά. Κάπου μακριά εκεί έξω οι εργάτες του φωτός χτυπάνε τα ξίφη  τους.  Ώρα να ζήσουμε.