Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 22, 2014

SePtEmBeR FoOtAge


Σεπτέμβρης κιτρινωπός σαν λιωμένο κεχριμπάρι και ξεχάστηκα. Ακόμα με μικρές πεταλίδες στις παλάμες που κόβουν βόλτες στην γραμμή της ζωής. Σεπτέμβρης που όλο λιγοστεύει μαζί με το φως της ημέρας. Με νύχτες πρεμιέρας στις γωνίες και πρόσωπα στο πλήθος που ορκίζεσαι ότι κάπου τα έχεις ξαναδεί παλαιοτέρα. Όχι σε άλλες ζωές, όχι τόσο παλαιοτέρα, ίσως σε άλλες αίθουσες, πριν χρόνια.
Φίλοι έρχονται και φεύγουν. Κυρίως φεύγουν. Αφαιρετικός ο Σεπτέμβρης με βρίσκει σε στιγμές φαρδιάς μοναξιάς να διαβάζω άρθρα για την Αμφιπόλη και τις απείρου κάλλους καρυάτιδες «Με την αφαίρεση τριών σειρών από τους πωρόλιθους του τοίχου σφράγισης, μπροστά από τον δεύτερο διαφραγματικό τοίχο, αποκαλύφθηκαν ολόκληρες οι Καρυάτιδες, οι οποίες έχουν ύψος 2,27μ. Φορούν ποδήρη χιτώνα και μακρύ κροσσωτό ιμάτιο με πλούσιες πτυχώσεις.» Κάποιες έρχονται τη νύχτα στο δωμάτιο μου και συλλαβίζουν αρχαία ελληνικά μπροστά στην σβησμένη τηλεόραση. Άλλες βαστάζουν τα δοκάρια της πόρτας και μια με ξανθά μαλλιά τρώει το φαγητό που περίσσεψε από την κατσαρόλα στην κουζίνα. Αποκοιμιέμαι ιδρωμένη.
Στα νησιά που ακόμα επισκέπτομαι ο αέρας κατοικεί στα μαλλιά των αγοριών. Αέρας από έναν ωκεανό που δεν γνωρίζω. Λίγα σύννεφα στριμωγμένα πάνω από τις δυτικές ακτές. Η θάλασσα στο βάθος λαμπυρίζει. Συζητήσεις ελαφριές σαν παντεσπάνι. Ρούχα ανάλαφρα χρωματιστά κυματίζουν σαν περίεργες σημαίες στα σώματα. Και ξαφνικά ο πυρετός.38.8. Μετεωρίζομαι μέσα σε μπουκάλια αντιβηχικών και φυσαλίδες panadol.Τρεις μέρες και τρεις νύχτες γίνομαι ένας πελώριος κυματοθραύστης κάτω από ένα άρρωστο και μολυσμένο σύμπαν. Και η ζωή συνεχίζεται με μπόλικο βήχα και ένα μικρό πόνο στο πίσω δόντι. Πότε πότε τα βράδια επιστρέφοντας από την δουλειά ακούω να φυσούν μυστηριώδεις άνεμοι ανάμεσα στα ψηλά κτήρια. Κλειδώνω 5 φορές και βάζω τον συναγερμό. Κουλουριάζομαι στον καναπέ και βλέπω όλους τους κύκλους δανέζικων σειρών με φόνους και πολιτικές ίντριγκες. Κάποιες φορές σχεδόν ξημερώνει. Οι καρυάτιδες ακόμα εκεί ξεφυσάνε μαρμαροκονίαμα στο άγρυπνο πρόσωπο μου.
Μαζεύονται σύννεφα, αφρός ξυρίσματος "BEAU MEC". Το κινητό μου χάλασε λίγο πριν ξεσπάσει μια ξαφνική καταιγίδα εποχής και μέχρι να φτιαχτεί, ξαναγύρισα προσωρινά στα παλιά μου Nokia. Η κάρτα Sim εγκαταστάθηκε στο Nokia > 6510. Και τι δεν βρήκα χορταριασμένο εκεί μέσα. Ξεχασμένα μηνύματα αλλοτινών καιρών. Έρωτες που έληξαν άδοξα και φιλίες που καταργήθηκαν στα χρόνια. Τίποτα σχεδόν δεν υπάρχει, ούτε πολλά από τα τηλέφωνα που βρήκα στις τότε εισερχόμενες κλήσεις. Έτος 2004-2006.Μια μίνι μηχανή του χρόνου. Ανοίγω όλους τους φακέλους να βρω ίχνη της παλιάς μου εκδοχής. Τίποτα το χειροπιαστό. Έχει μείνει όμως η αγάπη μέσα από λέξεις σχεδόν τρισδιάστατες, παλιές φωτογραφίες με πολλά πίξελ και εφαρμογές που πια δεν υπάρχουν. Τόσα χρόνια πεταμένα στα σκυλιά. Ένας μαύρος μαρκαδόρος διαγράφει απάνθρωπα χοϊκές στιγμές, μέρες υψηλού πάθους, όρκους αφοσίωσης και καταρράχτες αισθημάτων. Κουράζονται τα χρόνια κι αρχίζουν οι ρωγμές, θαμπώνουν κάποτε οι σχέσεις, οξειδώνεται το μέταλλό τους και σβήνουν σαν τις οθόνες των παλιών κινητών. Κι όμως κάτι μένει, κάτι από μας. Γιατί, ας πούμε, κάθε φορά που ανοίγω το παλιό μου κινητό  μετά την φόρτιση, μου βγάζει στην οθόνη ένα παλιό στίχο που είχα βάλει τότε και τον πίστευα ακράδαντα, όπως και τώρα θαρρώ.
 - - - - «The world is a vampire!»- -- - - -



Δευτέρα, Αυγούστου 18, 2014

AuGuSt FoOtAgE (BeSt ofF)


Και είναι ήδη Αύγουστος προχωρημένος. Η απόφαση φέτος ήταν να πάω παράλληλα με αυτό το καλοκαίρι. Έχοντας αυτό το πλάνο λοιπόν, μπαίνω στην υπόσκαφη παρένθεση των σκονισμένων Σαββατοκύριακων  και διασχίζω την εθνική οδό με μεγάλες ταχύτητες που με κάνουν να αγγίζω το τρίχωμα της σελήνης που κοιμάται στο γαλάζιο ξέπλυμα μιας άκρης ουρανού. Κι έπειτα όταν ο ήλιος ψηλώνει και απειλεί το νου, έχω ήδη φτάσει στο σωστό σημείο χ από όπου λοξοδρομώ στην πίσω πλευρά των Γερανείων όρων. Μυλοκοπή, Στέρνα, Σκάλωμα, Στραβά, Ζωηρέζα, παραλίες που μοιάζουν σα να βγήκαν από το τεχνολογικό επίτευγμα του CGI (computer general imagery).Λίγο πιο κάτω, μακριά από τα βαθιά νεροφαγώματα των κακοτράχαλων χωματόδρομων, το μυαλό μου παίζει παιχνίδια. Ο ήλιος με θρυμματίζει. Η συσκευή των ονείρων μου, σκουριασμένη από το αλάτι κάνει παράσιτα.  Φτιαγμένος από πλαστελίνη ο παντοδύναμος Γιόντα βουτά στα γαλαζωπά νερά του όρμου. Απλώνω αδιάφορα στην καυτή άμμο την πετσέτα. Δύο βράχοι ριγμένοι στην θάλασσα συνωμοτούν. Ξέρες με γλίτσα πράσινη και αχινούς. Ένα όχημα φυγής έχεις την εντύπωση ότι έχει δέσει πίσω από αυτούς τους δύο βράχους και περιμένει καρτερικά κάποιον να του βάλει μπροστά. Βουτάω με τα γυαλιά ηλίου, αντί μάσκας, και βλέπω μέσα ασβεστολιθικά φύκη τοποθετημένα αρμόνικα το ένα στο άλλο. Λίγο πιο κει η χαμένη Ατλαντίδα γεμάτη πλάσματα της δημιουργικής μου φαντασίας σκάβει μόνη της τα ερείπια της. Ο μάστερ Γιόντα, μικροσκοπικός, βγαίνει με ένα μακροβούτι σαν καλαμπόκι αλατισμένο. Του δίνω νοητά το Όσκαρ. Ο ήλιος μοιάζει τώρα με δολοφόνο χωρίς οίκτο. Στην αμμώδη παραλία καταμεσήμερο Αυγούστου κόβεις τον καύσωνα με το μαχαίρι. Κίτρινος, σαν πεπόνι ολόγιομο χωρίς κουκούτσια.
Λίμνη βουλιαγμένης, αρχαιολογικός χώρος Ηραίου. Δυο τρεις με τα καλάμια του ψαρέματος και άλλοι δυο στο ταβερνάκι. Ο ήλιος κόντρα. Στα ποτήρια μας ο πάγος λιώνει ιδρώνοντας. Στα πιάτα μας μπακαλιάρος πελαγίσιος. Επιστροφή με τραγούδι φάλτσο, τζιπ ξεσκέπαστο και μυρωδιές ρητίνης και ιωδίου. Μοσχοβολάει η διαδρομή. Η δασοκάλυψη σβήνει στους θαλάσσιους κόλπους. Σχίνα, πικροδάφνες μυρτιές και στο βάθος ο κόλπος των Αλκυονίδων. Το μικρό αστρόπλοιο του μάστερ Γιόντα μας ακολουθεί. Κλείνω προσεχτικά τον καθρέφτη του συνοδηγού.
Βράδυ με παχιά υγρασία που ιδρώνει τις λέξεις μου. Τις κάνει βαριές και ασήκωτες. Προσπαθώ να τις βάλω σε λευκά μπαλόνια, όπως στα κόμιξ, και να σου μιλήσω. Γλουπ, μπουμ, βζιιν, καρακακάκ. Κανένα νόημα. Όλα μοιάζουν ασυνάρτητα με ιδρωμένους σβέρκους και μασχάλες. Όπως εκείνο το χθεσινό όνειρο όπου μέσα του η Τ. έφτιαχνε χυμό από πεπόνι και ροδάκινα, βάζοντας τον σε μια γυάλα, γεμάτη χρυσόψαρα. Και γω καθισμένη λίγο πιο δίπλα σε  ένα παμπάλαιο καναπέ βγαλμένο από το παλιό μας σπίτι, καλυμμένο με λευκό σεντόνι, προσευχόμουν να μην τον πιει. Πλατς, σλουρπ, γκρρρ, πλαφ, τρομπ, σκρατς .Κανένα νόημα. Πάντα θα είμαστε σε διαδικασία πόνου παρά ειρήνης με τα πράγματα.Για αυτό λοιπόν η νέα συμφωνία είναι τη νύχτα που οι λέξεις μου ιδρώνουν και κόβονται να μπαίνω απαλά η με βία, στο κρησφύγετο που κανείς ποτέ δεν θα βρει. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως μοιάζει με αγκαλιά απαλή, γυμνή, χωρίς t-shirt. Με ένα νέο φυσικό περιβάλλον που φυλακίζει έναν κόσμο παράλληλο με χιλιάδες εκδοχές που θα μπορούσα να ζω. Αυτό μόνο μπορώ να πω και πως οι άνθρωποι ζούν από τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση στη ζωή των άλλων.

Τετάρτη, Ιουλίου 23, 2014

JuLy FoOtAgE


Παντού η θάλασσα. Χωρίς λόγο. Και ο ουρανός σαν ανοιχτή καρδιά από πάνω, χωρίς να ενοχλεί στάζει  στα μάτια μου κολλύριο με φως. Η άμμος καίει όπως πάντα τις πατούσες. Η μέρα είναι ακόμα μεγάλη και με ελέγχει με εκείνο το μισάνοιχτο βλέμμα και από μακριά η σπείρα του γαλαξία εγκαθίσταται σαν σκουλαρίκι στο αυτί. Στον περίβολο της εκκλησίας των ταξιαρχών ένας γέρος, μυστήριος, βάφει με ασβέστη τις πέτρες. Ποτέ δεν κοιτάει τους ελάχιστους περαστικούς. Μόνο βάφει και το στήθος του ακουμπάει σχεδόν τη γη. Ανάβω ένα κερί, όχι , ανάβω 4-5 κεριά, μην ξεχάσω όσους το σκάσανε από δω για εκεί. Και γω αν και εδώ, ποτέ δεν ένιωσα να έχω ένα σπίτι με τα θεμέλια σε αυτό το χώμα. Όλο επάνω κοιτώ, τα σύννεφα, όλο επάνω χωρίς να τραυματίζω τους βολβούς των ματιών. Πολύβουο σύμπαν με χιλιάδες λέξεις και κόσμους που ανοιγοκλείνει τις πόρτες του. Σαν να με στενεύει πια η γη.
Δερμάτινα σανδάλια με αλάτι και ιώδιο. Ψαρόβαρκες που κάνουν βόλτα το γύρο του νησιού. Η γιορτή της φάβας ένα βράδυ του Ιουλίου. Κι έπειτα η επιστροφή από το ένα νησί στο άλλο το ίδιο βράδυ με το καΐκι. Ο ουρανός σαλιάριζε σαν το πιο όμορφο πλάσμα στον κόσμο. Και γω δεν είχα μάτια για τίποτε άλλο. Παρά για τους χιλιάδες χωροχρόνους του και τις μυριάδες εκδοχές μου που με καρτερούσαν.
Παρέες με στεντόρειες φωνές, χαμόγελα και αισθητικά μακροβούτια, η Αστέρω με τα δίχρωμα μάτια, και η ταβέρνα της  Ακαθής με καθημερινά φρέσκα ψάρια. Σπιτικές λεμονάδες με μέντα και καρό καλάθια με πίτες. Βρέχει; Δεν μπορεί κάπου αλλού θα βρέχει. Οι φίλοι ακουμπάνε τους ώμους μου.  Ένα κρυμμένο «αχ» στο βλέμμα τους. Συνήθως ανεπίδοτο. Τα κουκούτσια από το καρπούζι κολλημένα στο τραπέζι της βεράντας, ο μαΐστρος μου γαργαλάει τα αυτιά, κουράζει τα απλωμένα ρούχα στο σχοινί, το εκκλησάκι με την σφραγισμένη πόρτα, τα ήσυχα μονοπάτια και οι πέτρες με τις σκαλισμένες σπείρες των αρχαίων πειρατών. Η θάλασσα στο βάθος, η μικρή κατηφοριά με τα ελάχιστα σπίτια, οι κάκτοι, και τα στάχυα που ξανθαίνανε στο φως, τα ταλαιπωρημένα γαϊδουράκια στις άκρες των μικρών χωραφιών, η Παναγία με το μεγάλο βαθυγάλαζο τρούλο της, και ο προφήτης Ηλίας. Όλα είναι εδώ και μεγαλώνουν σαν σχηματισμένοι ολόγιομοι καρποί έτοιμοι να φαγωθούν. Εδώ και εκείνη η αστείρευτη γλύκα που δεν κατάλαβα ποτέ αν οφείλεται στο σπιτικό γλυκό του κουταλιού που μας πρόσφερε η Άννα ή στη ζωή την ίδια.
Πηγαινοέρχομαι στα διάκενα του αναποφάσιστου καλοκαιριού με μια χαλασμένη βαλίτσα. Δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανέναν. Κάνω ό,τι θέλω. Ό,τι με κάνει να νιώθω ολόκληρη και κανονική. Αν αρχίσω να κινούμαι αντίστροφα, δεν θα είμαι ευτυχισμένη. Τι αυτοκρατορικές παρακρούσεις και καταρράχτες αισθημάτων! Το ταξίδι. Ο άνθρωπος, σκέφτομαι, αναπαράγει αυτό που βλέπει κάθε μέρα. Και όταν βλέπεις τα ίδια, μένεις στάσιμος. Η ζωή δεν είναι ντοκιμαντέρ, ούτε κοινωνιολογία, ούτε μαχόμενη δημοσιογραφία, ούτε life style,ούτε πολιτικαντισμοί. 
Η ζωή ρε παιδιά είναι μαγεία!

Τρίτη, Ιουνίου 24, 2014

JuNe FoOtAgE- b SiDE

Με φεγγάρι μικρό και με μια ζέστη ξαφνική με παρατάει ο Ιούνιος. Με ένα λευκό ποτήρι κρασί στο χέρι και ένα νέο σφράγισμα  πάνω δεξιά. Λίγο πριν και χωρίς προειδοποίηση καμιά, με ξενυχτάει σε  παιδικά πάρτι γενεθλίων και σε απέραντες βεράντες με ράντζα και φώτα δαπέδου. Έξω οι γρύλοι σφυρίζουν ιδιόμορφα. Στην πόρτα ο Ιούνιος, με αποχαιρετά, προβάροντας εχθρικά σύννεφα και μανιοκαταθλιπτική συμπεριφορά. Με ναυλώνει στο μπλε αστέρι και με στέλνει μακριά, εκεί που οι θάλασσες ρηχαίνουν και γίνονται υγρά ζαφείρια. Δώδεκα  νύχτες κάτω από την μεγάλη άρκτο και την λευκή εσάρπα του γαλαξία θα παραμιλάω σαν το κορίτσι που ξέχασε τα λόγια του ποιήματος στην σχολική γιορτή. Δεν έχω κάτι άλλο να φανταστώ για αυτό το ασθενικό καλοκαίρι. Νομίζω έληξε εδώ ο ρομαντισμός μου. Μεγαλώνω όμως  τους  κυνόδοντες μου, βάζω πίσω τα αυτιά μου, και διαστέλλω τις κόρες των ματιών μου γρυλίζοντας. Μέχρι το αλάτι να κλείσει τις πληγές.

Έδωσα τα πάντα για αντιπαροχή μπας και ψηλώσω κι άλλο την ψυχή μου. Ήταν μεγάλο το σκοτάδι του χειμώνα αυτού, και μου έλειψε ο μεγάλος ουρανός. Και θα αναρωτηθεί ο κόσμος, μαζί του και γω, δώδεκα νύχτες θα φτάσουν για να σου στοκάρουν τις ρωγμές; και ίσως τότε απαντήσω πως με νοιάζει ο ήλιος πιο πολύ και τα μικρά ανθάκια που θα βγάλω από κει παρά ο στόκος. Γαλάζια νύχια. Γαλάζια φορέματα και δυο τούφες ξανθιές στα μαλλιά μου, που όλο κατηφορίζουν στα ριζά της μέσης μου. Έχω την εντύπωση ότι μέσα μας ζουν πολλοί άνθρωποι. Το θέμα είναι να αντέξεις να συγκατοικείς στο ίδιο σώμα με αυτούς!
Όλα στενεύουν λίγο πριν. Κρεβάτια, παπούτσια, μπλούζες και κοντά παντελόνια. Παλιά φορέματα, δωμάτια εργασίας, η θέση του οδηγού, η αγκαλιά σου, οι διάδρομοι της νύχτας, οι πρωινές κράμπες, και τα σκουρόχρωμα σουτιέν. Όλα στενεύουν, με στενεύουν. Ακόμα και οι βαλίτσες μου. 
Θα κάνω και για σένα μια βουτιά, ένα άγιο παρθενικό μακροβούτι με μάτια ανοιχτά.
Θα αφήσω τον εαυτό μου αμολητό και θα τον ξεχάσω όσο περισσότερο μπορώ. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να ζήσω. Και σιγά μην έχω αρχείο για όλα αυτά που συμβαίνουν σε αυτή την ζωή. Από το ένα αυτί μπαίνουν από το άλλο βγαίνουν. Το μόνο που με μέλει είναι να θυμάμαι τι έμαθα και να το λέω σαν προσευχή λίγο πριν νυχτωθώ. Η αγάπη είναι πράξη επαναστατική! Αμήν και καλή αντάμωση.